Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη με την βιολόγο & δημοσιογράφο Βάσω Μιχοπούλου

Συνέντευξη με την βιολόγο & δημοσιογράφο Βάσω Μιχοπούλου

AddThis Social Bookmark Button

0253-900’Τα φωτεινά μυαλά δεν έχουν πατρίδα’’ μιλήστε μας για το βιβλίο σας, που κυκλοφορεί εδώ και λίγες μέρες από τις εκδόσεις Παρισιάνου

Όλα ξεκίνησαν πριν από δύο περίπου χρόνια από μια συζήτηση γύρω από ένα Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, όπου μεταξύ των προσκεκλημένων βρισκόταν και ο Επίκουρος Καθηγητής Νευρογενετικής στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρήστος Γιαπιτζάκης. Ο ίδιος, όχι μόνο μου είπε την ιδέα του, αλλά την υπερασπίστηκε με πάθος γιατί την πίστευε πολύ. Υποστήριζε πως η Επιστήμη, πρέπει να μπει ενεργά στη ζωή μας με έναν απλό εκλαϊκευμένο τρόπο χωρίς να χάσει τίποτε από την ουσία και το μέγεθός της και πως ο κατάλληλος «κοινωνός» ήμουν εγώ, γιατί εκτός από δημοσιογραφική έχω και επιστημονική ιδιότητα. Έτσι, προέκυψε αυτό το βιβλίο που δεν περιέχει τίποτε άλλο από απλές ανθρώπινες ιστορίες, ιστορίες πρωταγωνιστών μέσα στα ερευνητικά εργαστήρια και πίσω από τους εργαστηριακούς πάγκους, γραμμένες όπως εγώ τις άκουσα και όπως δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε έντυπα και εφημερίδες με την υπογραφή μου ή με ψευδώνυμο. Ιστορίες για πρόσωπα καθημερινά που δε γνωρίζουμε καν ότι είναι γύρω μας και εργάζονται για το καλό και την ευτυχία μας, αλλά που υποσυνείδητα δοξάζουμε το σύμπαν για την ύπαρξή τους. Στο βιβλίο συμπεριέλαβα Έλληνες και ξένους επιστήμονες καθιερωμένους στο χώρο τους, αλλά και νέους ερευνητές, οι οποίοι είτε πέτυχαν ένα κορυφαίο επίτευγμα παγκοσμίως, είτε υπήρξαν πρωτοπόροι και καινοτόμοι σε έναν τομέα, είτε διακρίθηκαν για το συνολικό τους έργο, είτε εξακολουθούν να δουλεύουν αθόρυβα πάνω στο αντικείμενό τους. Η γλώσσα είναι απλή και κατανοητή και δεν περιέχει επιστημονικούς όρους. Το βιβλίο απευθύνεται σε μη εξειδικευμένο κοινό, περιέχει άφθονο έγχρωμο φωτογραφικό υλικό και μπορεί να διαβαστεί από άτομα όλων των ηλικιών. Είναι αυτό που λέμε «φιλικό προς τον χρήστη» και έχει ως στόχο να προβάλει τους επιστήμονες ως πρότυπα και να τους καταστήσει από διεθνώς αναγνωρισμένους, αναγνωρίσιμους στο ευρύ κοινό, σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία, ανερμάτιστη, παρακολουθεί σαστισμένη όλα όσα συμβαίνουν γύρω της και βρίσκεται εγκλωβισμένη στη μετριοκρατία, στην προβολή αναλώσιμων και συνήθως ευτελών ειδώλων, και στην έλλειψη υγιών προτύπων.

Πώς έγινε η επιλογή αυτών των προσωπικοτήτων που υπάρχουν στο βιβλίο?

Είναι από αυτά τα πράγματα που σου συμβαίνουν σε ανύποπτο χρόνο. Και λέω ανύποπτο, γιατί οι περισσότερες από αυτές τις συνεντεύξεις προέκυψαν εντελώς ξαφνικά και αβίαστα με έναν καφέ ή με έναν περίπατο σε κάποιον κήπο ενός ερευνητικού ιδρύματος ή ακόμη και στη σκάλα ενός δημόσιου κτιρίου κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου ή στο κυλικείο ενός τηλεοπτικού καναλιού, λίγο πριν οι ίδιοι βγουν στον «αέρα» κάποιας εκπομπής ως προσκεκλημένοι. Εργάστηκα πολλά χρόνια στη δ/νση ειδήσεων κι ενημέρωσης της ΝΕΤ και γνώρισα εκεί μερικούς από τους «πρωταγωνιστές» αυτού του βιβλίου. Είναι αυτές οι συνεντεύξεις που προκύπτουν πιο φυσικά από ό, τι φαντάζεσαι. Εντοπίζεις τους επιστήμονες, συζητάς μαζί τους, προσπαθείς να τους γνωρίσεις, «απορροφάς» σαν σφουγγάρι όλα όσα σου λένε και έχεις και την αγωνία να μη χάσεις ούτε λέξη από τα σημαντικά που ακούς και καταγράφεις, για να τα φιλτράρεις αργότερα. Γενικά, έχοντας δουλέψει 22 χρόνια στο ρεπορτάζ και ταξιδεύοντας πάρα πολύ προσπαθούσα και εξακολουθώ να διερευνώ την ελληνική παρουσία σε κάθε χώρο και σε κάθε τομέα, εντός και εκτός των «τειχών» και δη στον επιστημονικό. Έτσι, κατά την προετοιμασία κάθε ταξιδιού, μελετούσα την πιθανότητα μιας συνέντευξης με κάποιον επιστήμονα. Για αυτό κι ένα μεγάλο μέρος των συνεντεύξεων έχει πραγματοποιηθεί στη βάση τους, στο χώρο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης.

Τα φωτεινά μυαλά δεν έχουν πράγματι πατρίδα ή η Ελλάδα με την στάση της τα διώχνει μακριά της?

Λέγοντας πως τα φωτεινά μυαλά δεν έχουν πατρίδα εννοώ πως ανήκουν σε όλο τον κόσμο, πως έχουν έναν οικουμενικό χαρακτήρα, όπως εξάλλου και η ίδια η Επιστήμη. Δεν αναφέρομαι στη γενέτειρά τους, την πατρίδα τους. Σαφώς ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου είναι διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες, που ζουν εντός και εκτός των «τειχών», είτε από επιλογή, είτε από τύχη, είτε εξαιτίας των εκάστοτε συνθηκών. Η παρουσία τους δεν αντανακλά πατριωτισμό ή κομπασμό για την «ανωτερότητα της ελληνικής επιστημονικής ευφυΐας» έναντι των άλλων λαών, αλλά την προσπάθειά μου να τους αναδείξω ως πρότυπα. Σε ό,τι αφορά το «brain drain», νομίζω ότι ενίοτε το έχουμε παρουσιάσει με κάποιες δόσεις υπερβολής για λόγους εντυπωσιασμού. Δεν είναι κακό να βγαίνουν οι Έλληνες επιστήμονες στο εξωτερικό και να παραμένουν για λίγο. Γενικά δεν είναι κακό να βγαίνουμε όλοι έξω για να καταλάβουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Δεν είναι κακό το “brain traffic”, το “brain circulation”, αυτό το πήγαινε-έλα, γιατί κάτι καλό θα φέρεις γυρίζοντας που θα το μεταλαμπαδεύσεις στο περιβάλλον σου. Οι Έλληνες είμαστε λαός που δεν φοβάται να ταξιδεύει και πάντα δείχναμε ιδιαίτερη ανησυχία και κινητικότητα. Πολλοί από τους Έλληνες ερευνητές που υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο επέστρεψαν στην Ελλάδα για να συνεχίσουν την έρευνά τους. Και αυτοί υπήρξαν ένα κομμάτι του «brain drain». Αλλού είναι το στοίχημα, στο «brain return». Το στοίχημα είναι να φτιαχτεί ένα ελκυστικό περιβάλλον για να επιστρέφουν οι Έλληνες επιστήμονες, που να έχει ως «σημαία» την αξιοκρατία, που να υποστηρίζεται έμπρακτα από την Πολιτεία, που να αποτελεί μοχλό ανάπτυξης, που να συνδέει την επιστήμη με την επιχειρηματικότητα, που να οδηγεί σε καινοτομία και που να παράγει πλούτο. Νομίζω ότι μπορεί να γίνει. Υπάρχει υλικό. Σοβαρότητα και στρατηγική δεν υπάρχει. Αν δε σοβαρευτούμε ως κράτος και ως λαός νομίζω πως δε θα σταματήσουμε να αναπαράγουμε αυτή τη μιζέρια και να διώχνουμε τους Έλληνες επιστήμονες».

Παρουσιάζετε και την ανθρώπινη πλευρά τους? Τι σας έχει κάνει περισσότερο εντύπωση σ΄ αυτούς τους ανθρώπους?

Σε υποδέχονται με ευγένεια σαν έναν παλιό καλό φίλο και σου ανοίγουν την καρδιά και τη σκέψη τους χωρίς ενδοιασμούς. Το επίρρημα που τους χαρακτηρίζει γενικά είναι το «πολύ». Πολύ ευγενικοί, πολύ χαμογελαστοί, πολύ ήρεμοι, πολύ σίγουροι, πολύ προσιτοί, πολύ αφοσιωμένοι όταν τους μιλούν, πολύ σκεπτικοί όταν απαντούν, πολύ ακριβείς σε αυτά που λένε. Απλοί, χωρίς έπαρση και ύφος, σχεδόν αθόρυβοι, με τη συστολή του μεγάλου επιστήμονα, που συνεχίζει να διερευνά τα μυστήρια της Επιστήμης, χωρίς να καλλιεργούν στον εαυτό του την ιδέα πως κατέκτησαν όλες τις βεβαιότητες. Αν και τα δεδομένα δείχνουν πως, στον τομέα τους, τις έχουν κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό. Συνήθως, είναι αυθόρμητοι στο λόγο τους, εκδηλωτικοί, μιλούν με ενθουσιασμό, γελούν με αθωότητα και περιγράφουν τα πάντα με τα μάτια ενός παιδιού που θέλει να ανιχνεύσει ένα μαγικό κόσμο. Πρόκειται για ανθρώπους απελευθερωμένους, που δείχνουν να διακατέχονται από μια τόσο δημιουργική "τρέλα", που κάποιες φορές τους αναγκάζει να έρχονται σε αντίθεση με το περιβάλλον τους. Και αυτοί το ξέρουν και το απολαμβάνουν...

Η οικονομική κρίση που περνά η χώρα μας, έχει επηρεάσει το έργο τους?

Η οικονομική κρίση μας έχει επηρεάσει όλους αδιακρίτως νομίζω. Σαφώς και επηρεάζει το έργο τους. Στην Ελλάδα όμως, και αυτό πρέπει να ακουστεί, εξακολουθούν να υπάρχουν «θύλακες αριστείας» που κρατούν ψηλά τον πήχη, ανταγωνίζονται στα ίσια συναδέλφους τους από χώρες του εξωτερικού, διακρίνονται με βάση αξιοκρατικά κριτήρια και κερδίζουν ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Είναι αρκετά τα ελληνικά ερευνητικά ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά προγράμματα και μπορούν να συνεχίζουν την έρευνά τους αξιοπρεπώς. Υπάρχουν και άλλα που δυσκολεύονται αρκετά, όμως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην Ελλάδα γίνεται έρευνα και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Πάντως, το πρώτο αποφασιστικό βήμα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) έγινε στην Αθήνα το περασμένο καλοκαίρι, όταν υπεγράφη η συμφωνία μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τη χρηματοδότηση της εθνικής έρευνας, μέσω του νεοσύστατου ΕΛΙΔΕΚ, με ποσό ύψους 240 εκατομμυρίων ευρώ για την επόμενη τριετία 2016-2018. Άλλωστε, στο ιστορικό υψηλό ποσοστό 0,96% του ΑΕΠ (από 0,84% το 2014 και 0,67% το 2011) ανήλθαν οι δαπάνες της Ελλάδας για την Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α), σύμφωνα με τα επίσημα προκαταρκτικά στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, τα οποία απεστάλησαν πρόσφατα στη Eurostat. Ας είμαστε λοιπόν αισιόδοξοι.

Δημοσκόπηση

Ποιες δράσεις ακτιβισμού θα κάνατε;

 

Ημερολόγιο Άρθρων

Ιούνιος 2017
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
29 30 31 1 2 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30 1 2
Δευτέρα, 26 Ιουν. 2017 - 02:38:55
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη με την βιολόγο & δημοσιογράφο Βάσω Μιχοπούλου Top of Page