Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραΜουσείο και Γνώση

Μουσείο και Γνώση

3του Ρόκα Εμμανουήλ Απόστολου - Μουσειολόγος - Μουσειογράφος-Σχεδιαστής Εκθέσεων

“Ένα μουσείο είναι ένα μη κερδοσκοπικό, μόνιμο ίδρυμα, στην υπηρεσία
της κοινωνίας και της ανάπτυξής της και ανοικτό στο κοινό, το οποίο αποκτά,
συντηρεί, ερευνά, κοινοποιεί και εκθέτει υλικές μαρτυρίες για τους ανθρώπους και
το περιβάλλον τους με το σκοπό της μελέτης, της εκπαίδευσης και της ψυχαγωγίας”

1974, Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων

Εισαγωγή

Ο χώρος του μουσείου αποτελούσε πάντοτε περιβάλλον γνώσης και κύρους μέσα στο χρόνο- άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο- χωρίς να λησμονούμε ότι ένας από τους βασικότερους σκοπούς του είναι η παροχή ψυχαγωγίας και μάθησης στο οποιοδήποτε κοινό ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες επίσκεψης και τα μέσα που ο μουσειακός χώρος διαθέτει. Βέβαια, το μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του κάθε επισκέπτη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η δεκτικότητα και ο χρόνος που αυτός θα επιδείξει ως προς το “διάλογό” του με τα αντικείμενα σε συνδυασμό με αυτό που έχουν να του προσφέρουν, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την συνολική εμπειρία που θα αποκομίσει από την επίσκεψη και τις εντυπώσεις που θα έχει όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των μουσειολογικών πρακτικών που επινοήθηκαν στην έκθεση.
Για να πετύχει ακριβώς τους στόχους που έχει θέσει, το μουσείο – ειδικά όταν αναπτύσσεται υπό τις συνθήκες της σημερινής εποχής με τις τεράστιες απαιτήσεις και τον πολλαπλό ανταγωνισμό στο ψυχαγωγικό τομέα – χρειάζεται να εκμεταλλευθεί όσο πιο αποδοτικά και εποικοδομητικά γίνεται διάφορα εργαλεία που ποικίλουν από τα εκπαιδευτικά προγράμματα μέχρι τις νέες τεχνολογικές εφαρμογές. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι εύκολο από την στιγμή που το εξειδικευμένο προσωπικό του μουσείου καλείται να καλύψει τις ανάγκες πολλών ανθρώπων που ο καθένας έχει διαφορετικές προσδοκίες από πλευράς του επιστημονικού δυναμικού του μουσειακού χώρου, ενώ οι οικονομικοί πόροι είναι πάντα απαραίτητοι για παρόμοια εγχειρήματα. 1
Επομένως καθίσταται πρόδηλο πως μέσα από τις χρησιμοποιούμενες μουσειακές ερμηνευτικές και επικοινωνιακές προσεγγίσεις και καινοτομίες, τα μέσα που ο μουσειολόγος έχει στη διάθεσή του δύνανται να βοηθήσουν τον επισκέπτη να αντιμετωπίσει τα διάφορα κενά νοήματος μέσα στις εκθεσιακές πολιτικές και να συμπληρώσει τις γνώσεις του με πρωτότυπο τρόπο και εμπειρία. Φυσικά, η πραγμάτωση του σκοπού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και μέσω οικονομικών διόδων που δεν επιβαρύνουν τον ήδη βεβαρρυμένο προϋπολογισμό του μουσείου. Τέτοια παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι ενδεικτικά οι απλές και κατανοητές λεζάντες επεξήγησης και κείμενα τοίχου, η “μετρημένη” χρήση χαρτών και εικόνων και τα όχι και τόσο στα ελληνικά μουσεία συνηθισμένα μοντέλα αναπαράστασης (κοινώς μακέτες). 2
Στόχος του παρόντος άρθρου αποτελεί όχι να υπενθυμίσει την αξία του μουσείου ως μορφωτικού ιδρύματος στην υπηρεσία το ανθρώπου, αλλά να καταδείξει την σημασία του ρόλου του απέναντι στον επισκέπτη που αναμένει να μάθει κάτι μέσα από την όλη μουσειακή εμπειρία.

[1]Ο εκπαιδευτικός ρόλος των Μουσείων, http://www.academia.edu/4171511/, σελ. 3, (ημερομηνία τελευταίας προσπέλασης 21.4.2015)

[2]Μαρία Οικονόμου (2003), Μουσείο: Αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός;, σελ. 77-78

Γνωρίζοντας πως κατά τα πρώτα στάδια της εμφάνισής του το μουσείο ήταν η έδρα του Μουσών και πως αυτές οι θεότητες έδιναν έμπνευση στην ανθρώπινη δημιουργία στο σύνολό της, αντιλαμβανόμαστε πως ο πολιτιστικός και ιδιαίτερα ο μορφωτικός του ρόλος είναι σπουδαίος ανάλογα βέβαια με τις εποχές κατά τις οποίες οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της ανθρώπινης κοινωνίας το απαιτούν. Πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου ότι τα μουσεία αποτελούν διαχρονικές οντότητες που όμως δεν έχουν τον ίδιο χαρακτήρα πάντα αλλά αλλάζουν βάσει του συγκεκριμένου ιστορικού, πολιτιστικού και κοινωνικού πλαισίου υπό τα οποία υπάρχουν και αναπτύσσονται,3 ενώ τα μουσειακά αντικείμενα αποτελούν ανθρώπινες δημιουργίες, κατασκευές ή φυσικά αντικείμενα που έχουν συνδεθεί με τον ανθρώπινο πολιτισμό και γι' αυτό και έχουν τον ρόλο των υλικών μαρτυριών του παρελθόντος. 4
Είναι πολύ πιθανόν να υπάρξει στον αναγνώστη σύγχυση σχετικά με την αξιοπιστία της παρεχόμενης πληροφορίας από πλευράς της γραπτής πηγής και του εκθέματος αυτού καθ' αυτού. Ας έχουμε κατά νου ότι τα αυθεντικά αντικείμενα σαν άμεσες μαρτυρίες της Ιστορίας δεν θέτουν προβλήματα αξιοπιστίας ως προς την εγκυρότητά τους εφόσον αποτελούν τα ίδια μέρος του παρελθόντος και δημιουργήθηκαν για εξυπηρετήσουν κάποια ανάγκη. Η γραπτή πηγή από την άλλη, σκοπό έχει να μεταφέρει συν τοις άλλοις κάποιο μήνυμα και να επηρεάσει με τον α ή β τρόπο τον επισκέπτη όσον αφορά τις εντυπώσεις του, την στάση του απέναντι στο μουσείο ειδικότερα ή γενικότερα, τον εμπλουτισμό των γνώσεών του κ.ά.
Εκτός αυτών, θεωρώ πολύ σημαντικό να προβούμε σε μια περιληπτική επισκόπηση των σημαντικότερων σταθμών της ιστορικής πορείας του μουσείου μέσα στο χωροχρόνο έτσι ώστε να υπάρχει μια γενικότερη εικόνα στον αναγνώστη σχετικά με τις πρώτες αναλαμπές της δημιουργίας του και των αναγκών που αυτό εξυπηρετούσε στην εκάστοτε εποχή.

[3]Ειρήνη Νάκου (2001), Μουσεία: Εμείς, τα πράγματα και ο πολιτισμός, σελ. 112

[4]Ειρήνη Νάκου, Ιστορική γνώση και μουσείο (ημερομηνία τελευταίας προσπέλασης 21.4.2015)

“Ο υλικός πολιτισμός είναι το τμήμα εκείνο του ανθρώπινου
φυσικού περιβάλλοντος που σκόπιμα διαμορφώνεται από τον
ίδιο, σύμφωνα μ' ένα πολιτισμικά υπαγορευμένο σχέδιο”

Susan M. Pearce, Μουσεία, αντικείμενα και συλλογές (2002)

Τα πρώτα βήματα του μουσείου

Πριν προχωρήσουμε στη συνέχεια του κεφαλαίου, αρκεί να αναφέρουμε πως ο άνθρωπος, από τα πρώτα στάδια της εμφάνισής του, είχε την ανάγκη να συλλέγει διαφορετικής τυπολογίας πράγματα που σαν ρόλο είχαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά του ή να εξυπηρετήσουν κάποια αναγκαιότητά του. Εμείς στην πορεία θα σχολιάσουμε τα σημαντικότερα βήματα του θεσμού του Μουσείου μέσα στην Ιστορία, χωρίς να επιμείνουμε στους δευτερεύουσας αξίας σταθμούς του, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην παρούσα ανάλυση και οι οποίοι ίσως κούραζαν πληροφοριακά τον αναγνώστη.
Ξεκινώντας, ως πρώτο μουσείο στον κόσμο γίνεται ευρέως αποδεκτό από τους ειδικούς το “Μουσείον” που η μακεδονική βασιλική δυναστεία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο ίδρυσε σαν παράρτημα των ανακτόρων και της πολύ γνωστής βασιλικής Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Η χρησιμότητα του μουσειακού θεσμού τότε φυσικά δεν ήταν η ίδια με την σημερινή, αλλά περισσότερο το κτίριο χρησιμοποιούνταν ως χώρος μελέτης και έρευνας προορισμένο για έναν κλειστό κύκλο λόγιων της εποχής, καθιστώντας το Μουσείον και την ίδια την πόλη κατ' επέκταση, σαν μέγα πνευματικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου.
Περνώντας στους Αναγεννησιακούς χρόνους, το Παλάτι των Μεδίκων – μεγάλη επιχειρηματική οικογένεια της εποχής και προστάτης της Τέχνης- θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο των μουσείων που ιδρύθηκαν στην Ευρώπη κατά την Αναγέννηση. Ο τύπος των ιδιωτικών αυτών μουσείων (επίσης γνωστά ως cabinets of curiosities) είχαν την μορφή “θησαυρών” που αποτελούνταν από σπάνια, περίεργα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά και από αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά που προκαλούσαν την περιέργεια. Οι πλούσιες οικογένειες που συγκροτούσαν τα πρώιμα αυτά μουσεία, εκτός από την κοινωνική ισχύ και αναγνώριση που απολάμβαναν μέσα από τα “εκθέματά” τους, μπορούσαν να ελέγχουν κυριολεκτικά και μεταφορικά τη γνώση που αυτά παρείχαν, εφόσον, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της Αναγέννησης η κατανόηση του κόσμου βασίζονταν στην θέαση των ορατών πραγμάτων που θεωρούνταν ότι έμοιαζαν ή αντιστοιχούσαν στα αόρατα. Μέσω αυτής της θεώρησης, οι συλλέκτες γίνονταν οι κυρίαρχοι της γνώσης του ορατού και του αόρατου κόσμου.
Ο τύπος μουσείου που μόλις περιγράψαμε άρχισε να υποχωρεί σταδιακά τον 17ο αιώνα με την επικράτηση διαφορετικών παραδοχών γύρω από την επιστήμη ως αποτέλεσμα των ανακαλύψεων και της επιστημονικής προόδου. Επομένως, από τα μέσα του 18ου αιώνα και ιδιαίτερα με την Γαλλική Επανάσταση τα μουσεία άρχισαν να αποκτούν εθνικό και αστικό περιεχόμενο (μην παραμελούμε ότι τότε γενικότερα επικρατούσαν θεωρίες που σκοπό είχαν να διαμορφώσουν τον εθνικό χαρακτήρα πολλών σημερινών Ευρωπαϊκών κρατών) και ξεκίνησαν να λειτουργούν ως χώροι παραγωγής αντίστοιχων τύπων γνώσης που ήταν ανοιχτοί στο ευρύ κοινό. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ως αποτέλεσμα ακριβώς της επικράτησης της αστικής τάξης και εθνικιστικών ιδεών σε ένα ευρύ στρώμα του Ευρωπαϊκού πληθυσμού, τα μουσεία κατά τον 19ο αιώνα είναι στην πλειονότητά τους εθνικά μουσεία που στόχο έχουν να προφυλάξουν την εθνική πολιτιστική κληρονομιά και να τονώσουν τα εθνικό συναίσθημα, ενώ οι συλλογές εκτίθενται με βάση αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια και αναδεικνύουν την μοναδική και άνευ αντίλογου γνωστή εθνική πραγματικότητα.5

2 .

Ο ρόλος της λεζάντας μέσα στο μουσείο

Η παροχή γνώσης στο μουσείο

Τα εκθέματα, είτε μιλάμε για αυθεντικά αντικείμενα, είτε για εκμαγεία, αντίγραφα ή ακόμα και για πλαστά έργα, έχουν πεπερασμένες ζωές που είναι πολλές φορές πολύ πιο μακροχρόνιες από τις δικές μας και λόγω ακριβώς αυτής της σχέσης τους με το παρελθόν μπορούν να μεταφέρουν τον άνθρωπο μέσα σ' αυτό.6 Ο ερευνητής έχει σαν σκοπό να “ξεδιπλώσει” την γνώση που αυτά περικλείουν και μέσα από τις κατάλληλες μουσειογραφικές και ψυχαγωγικές μεθόδους να δοθούν στη διάθεση του κοινού. Επομένως, οι ερευνητικές δραστηριότητες στα εργαστήρια του μουσείου δεν αποτελούν τροχοπέδη στην όλη δράση του, αλλά βασικό έργο του. Αυτό δεν θα γίνει περισσότερο φανερό μοναχά μέσα από μια επίσκεψη και προβληματισμό σ' ένα πολιτιστικό ίδρυμα, αλλά και από την σύντομη επεξεργασία που θα ακολουθήσει.

[5]Ειρήνη Νάκου (2001), Μουσεία: Εμείς, τα πράγματα και ο πολιτισμός , σελ. 113-117

[6]Susan M. Pierce (2002), Μουσεία, αντικείμενα και συλλογές, σελ. 46

Πέραν αυτών των στοιχείων, αρκεί να τονιστεί ότι το μουσειακό υλικό δεν έρχεται στο μουσείο τακτοποιημένο και έτοιμο προς έκθεση, αλλά έχει ήδη εμπλακεί στην ανθρώπινη δραστηριότητα και έχει υποβληθεί σε μια σειρά μεταπτώσεων που εκτείνονται για παράδειγμα από μια τυχαία καταστροφή, έως την ορθότερη μέθοδο αποθήκευσης και έκθεσης. Λεπτομέρειες τέτοιες μπορεί να φαίνονται ανούσιες εκ πρώτης όψεως, αλλά στην πραγματικότητα επηρεάζουν την ερμηνεία που θα παρασχεθεί αργότερα από τους ειδικούς και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που θα χρειαστεί να προσεχθεί. 7
Η επιστημονική έρευνα διαχωρίζεται σαφώς από τις υπόλοιπες δραστηριότητες του μουσειακού χώρου και διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην συνολική εικόνα του ως ιδρύματος αφιερωμένου στη γνώση και την εκπαίδευση του κοινού του και της κοινωνίας συνολικότερα. Προαναφέραμε ότι τα αντικείμενα αποτελούν υλικά τεκμήρια από το παρελθόν που σαν στόχο είχαν να επιτελέσουν κάποια προκαθορισμένη λειτουργία στα πλαίσια ενός λαού και των αναγκών του, ενώ η μουσειακή έρευνα δεν διαφέρει από τους άλλους τύπους έρευνας παρά μόνο στο ότι αυτή συνδυάζεται με την υλική πραγματικότητα του μουσείου. Ο ερευνητής θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην ενδελεχή εξέταση του εκθέματος και εκτός από τις άμεσες πληροφορίες που θα αντλήσει απ' αυτό όπως την εποχή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε ή το λόγο, θα πρέπει να ανακαλύψει και τα βαθύτερα νοήματα που αυτό περικλείει. Ο μουσειογράφος στη συνέχεια θα προσπαθήσει να προσφέρει όσες πληροφορίες επιτρέπεται στον επισκέπτη υπό την ανάλογη μορφή ψυχαγωγίας, έτσι ώστε να μην υποκατασταθεί ο ρόλος του μουσείου με αυτόν του σχολείου. Γίνεται έτσι φανερή η ανάγκη ύπαρξης σαφούς και όσο γίνεται πιο ορθής τεκμηρίωσης στα πλαίσια της μουσειακής λειτουργίας και κάθε πολιτιστικού οργανισμού, ενώ ο ρόλος του μουσειολόγου θα πρέπει να μην αντικαθιστά τους ρόλους των υπόλοιπων επιστημόνων μέσα στο μουσείο, αλλά να έχει μια επικουρική και συναδελφική χροιά.
Η μουσειακή έρευνα μπορεί να περιλαμβάνει την έρευνα αντικειμένων που ανήκουν σε συλλογές ενός οποιουδήποτε οργανισμού ή/και της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς που συνδέεται με αυτές τις συλλογές.8 Εξάλλου είναι αποδεκτό και εδραιωμένο στην επιστημονική κοινότητα σήμερα πως τον ρόλο του μουσείου μπορεί – εκτός από τους χώρους του παραδοσιακού μουσείου – να παίξει κάθε πολιτιστικός χώρος και ίδρυμα που έχει τη δυναμική να προσφέρει σε αυτόν που θα το επισκεφθεί πρωτόγνωρες εμπειρίες, ασυνήθιστες ψυχαγωγικές δραστηριότητες και γνώσεις με μη συμβατικό και “σχολικό” τρόπο.

2

Παράδειγμα σύγχρονης επεξηγηματικής λεζάντας

Η οποιαδήποτε συλλογή δεν προορίζεται μόνο προς θέαση και παθητική παρατήρηση/θέαση. Το ανήσυχο κοινό περιμένει να ξεδιαλύνει όποια απορία μπορεί να του γεννάται σε σχέση με κάποιο αντικείμενο με τη βοήθεια των μέσων που το μουσείο διαθέτει και του εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ, επαναλαμβάνουμε και τονίζουμε, ότι ο μουσειογράφος περισσότερο θα ασχοληθεί με τα μηνύματα που η μουσειακή πολιτική επιδιώκει να περάσει.

[7]Susan M. Pierce (2002), Μουσεία, αντικείμενα και συλλογές, σελ. 176

[8]Αλεξάνδρα Μπούνια (2011), Στα παρασκήνια του μουσείου, σελ. 121

Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί σημαντικοί προβληματισμοί σχετικά με το αν τα μουσεία πρέπει να επικεντρώνονται πρωτίστως στις έρευνες που επιτελούν ή στις προσδοκίες του κοινού που καλούνται να εκπληρώσουν. Εκτενής διάλογος ξεκίνησε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '80 σε σχέση με τον ρόλο που έχουν να υπηρετήσουν ως ιδρύματα έρευνας ή ως ψυχαγωγικοί θεσμοί, ταγμένοι στις ανθρώπινες ανάγκες. Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί – και αυτή είναι και η γνώμη του γράφοντος - κινούνται μεταξύ και των δύο οπτικών. Προκειμένου ένας μουσειακός οργανισμός να λειτουργήσει εποικοδομητικά υποχρεούται να ενθαρρύνει την έρευνα, η οποία όμως θα απευθύνεται στον επισκέπτη και θα απαντά – όσο αυτό είναι εφικτό - στα ερωτήματα που περιμένει να του απαντηθούν. Εν ολίγοις δηλαδή, η επιστημονικότητα στο μουσείο προωθεί και βοηθά την πρόσβαση σ' αυτό, ειδικά όσον αφορά το πιο μορφωμένο τμήμα του κοινού του. 9

Χωρίς να παραβλέπεται το ερευνητικό σκέλος του μουσείου παρ' όλα αυτά, οι ασχολούμενοι με αυτό δεν θα πρέπει να λησμονούν και το ψυχαγωγικό κομμάτι του και το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των επισκεπτών του αποτελείται από άτομα μικρότερης ηλικίας που περιμένουν να περάσουν ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο τους. Στη σημερινή ανταγωνιστική και τεχνολογικά πολύ αναπτυγμένη εποχή ειδικά οι υπεύθυνοι του μουσείου έχουν πολύ συχνά την πρόκληση να συναγωνιστούν άλλες μορφές ψυχαγωγίας όπως ο κινηματογράφος ή η τηλεόραση και εννοείται πως πρέπει να δώσουν κάτι ξεχωριστό και αναμενόμενο στο εν δυνάμει κοινό. Άλλωστε, σκοπός του μουσείου πλέον δεν είναι μόνο η διαφύλαξη και η προστασία της υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και να έρθει πιο κοντά στον επισκέπτη μέσω των ποικίλων προγραμμάτων του.

Μουσείο και σχολική εκπαίδευση 10

Πριν προχωρήσουμε με την επεξεργασία της σχέσης και της αλληλεπίδρασης μεταξύ σχολείου και μουσείου, καθίσταται σαφής η ανάγκη να πούμε λίγα πράγματα σχετικά με τα μοντέλα επικοινωνίας που ίσχυαν στην επιστημονική νοοτροπία του προσωπικού μουσείου.
Η επικοινωνία μέσα στο μουσείο παίζει από τους πιο βασικούς ρόλους και είναι το στοιχείο εκείνο που επηρεάζει την στάση του επισκέπτη απέναντί του, εφόσον οι τελικές του εντυπώσεις εξαρτώνται άμεσα από τη στάση του προσωπικού και την αντιμετώπιση που θα έχει από αυτό, χωρίς να ξεχνάμε την σημασία του τρόπου μετάδοσης γνώσεων και ψυχαγωγίας.
Ήδη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα είχε διατυπωθεί ένα μοντέλο επικοινωνίας στους μουσειακούς χώρους όπου υπογραμμίζεται η σπουδαιότητα του επιμελητή της συλλογής και των εμπειριών και γνώσεων που κατέχει, ενώ από την άλλη πλευρά κυριαρχεί ο παθητικός ρόλος αυτού που δέχεται τα ανάλογα μηνύματα. Πρόκειται σαφώς για ένα μοντέλο που δεν δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες του κοινού, αλλά τον πρώτο λόγο έχει ο επιμελητής, ειδικά από την στιγμή που επιλέγει την ροή της έκθεσης, αυτά που θα πει και τα αντικείμενα που θα παρουσιάσει. Ο επισκέπτης “βομβαρδίζεται” κυριολεκτικά από πληροφορίες και δεν του δίνεται η ευκαιρία να “εκμαιεύσει” από μόνος του τη γνώση, βάσει των γνώσεων του, με αποτέλεσμα η μουσειακή εμπειρία να καθίσταται ελλιπής. Εξάλλου, ένας από τους στόχους του μουσείου αποτελεί η ικανοποίηση της πλειονότητας των επισκεπτών και η παιδευτική προσφορά του στην κοινωνία.
Παρ' όλα αυτά, οι σύγχρονοι μουσειακοί οργανισμοί αρχίζουν να απορρίπτουν τα παραδοσιακό μοντέλο που προαναφέρθηκε και τείνουν να ενστερνίζονται ένα καινούργιο, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο ρόλος του κοινού. Πιο συγκεκριμένα, αναβαθμίζεται περισσότερο η κοινωνική διάσταση της επικοινωνίας στο μουσείο και τονίζεται το γεγονός ότι ο επισκέπτης δεν μπορεί να παρατηρεί τα εκθέματα παθητικά, αλλά να διαδραματίζει έναν πιο ενεργητικό ρόλο διαμορφώνοντας ο ίδιος τα νοήματά του. Επομένως η επικοινωνία στο μουσείο πλέον καθίσταται μια σύνθετη διαδικασία, στην οποία μια ομάδα επαγγελματιών (μουσειοπαιδαγωγοί, συντηρητές, σχεδιαστές εκθέσεων) αντικαθιστούν τον επιμελητή και το κοινό “παίζει” με τα αντικείμενα δημιουργώντας μόνο του τις μουσειακές εμπειρίες και τις εντυπώσεις του. Ως “μέσα” που συντελούν στην όλη εξέλιξη θα μπορούσαν να είναι οι εκθέσεις, το κτίριο έκθεσης, το προσωπικό του μουσείου, οι υπόλοιποι επισκέπτες κ.ά., ενώ η συνεχής και πολύμορφη αλληλεπίδραση που επικρατεί συγκροτούν και συμβάλλουν στην όλη διαδικασία εντυπώσεων στο χώρο.

[9]Αλεξάνδρα Μπούνια (2011), Στα παρασκήνια του μουσείου, σελ. 129

[10]Μαρία Οικονόμου (2003), Μουσείο: Αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός;, σελ. 80-84

Η αποκόμιση μουσειακής εμπειρίας είναι πολυσύνθετη και εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες, οι σημαντικότεροι από τους οποίους είναι η προσωπική διάσταση, η κοινωνική διάσταση και η φυσική διάσταση του κάθε επισκέπτη. Προχωρώντας στην ανάλυση της καθεμίας οπτικής ξεχωριστά, ας αναφέρουμε εισαγωγικά πως το ατομικό πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο μπορεί να παίξει την πιο καθοριστική σημασία στην εμπειρία που θα αποκομιστεί στο τέλος εκ μέρους του επισκέπτη, ενώ η στάση της οικογένειας απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά και η ευαισθητοποίηση που αυτή έχει εμφυσήσει σε κάποιο μέλος της από την μικρότερη ήδη ηλικία αποτελεί μια εξίσου σημαντικότατη παράμετρο όσον αφορά το ενδιαφέρον που θα επιδειχθεί από το ίδιο αργότερα.

3

Μια απλή αλλά και κλασικής μορφής λεζάντα

Συνεχίζοντας την περιγραφή μας και μπαίνοντας στο πιο ουσιώδες κομμάτι του κεφαλαίου αυτού, η προσωπική διάσταση της μουσειακής επίσκεψης έχει να κάνει με τον συνδυασμό των εμπειριών και των γνώσεων κάποιου ατόμου που επισκέπτεται το μουσείο και συμβάλλει στην συνολικότερη εντύπωση που θα του μείνει, όπως και στο που θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του περιδιαβαίνοντας τις εκθεσιακές αίθουσες.
Η κοινωνική διάσταση της μουσειακής εμπειρίας ακολουθεί και αφορά τις σχέσεις επικοινωνίας που ο επισκέπτης αναπτύσσει με την οικογένειά του, το προσωπικό του μουσείου, τους υπόλοιπους επισκέπτες αυτού κ.ά. Οι επιρροές που δέχεται από όλο αυτό το ανθρώπινο σύνολο έχουν την δυναμική να διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό την στάση του ως προς τα εκθέματα, το μουσείο, τις πολιτικές του μουσείου γενικότερα, τα μηνύματα που θα δεχθεί και τη στάση του προσωπικού του ανάλογου πολιτιστικού φορέα. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η προσωπική διάσταση και η ανατροφή του καθενός ως προς την πολιτιστική κληρονομιά έχουν – αν όχι τη μεγαλύτερη – τουλάχιστον μεγάλη σημασία στην όλη μουσειακή εμπειρία. Αν και η ύπαρξη και της φυσικής διάστασης (η αρχιτεκτονική του μουσειακού χώρου, τα φυσικά χαρακτηριστικά των συλλογών, η σωματική και πνευματική κούραση που αντιμετωπίζει ο επισκέπτης κ.ά.) επιτελεί τον δικό της στόχο – ίσως τον μικρότερο - όσον αφορά τις εντυπώσεις που “κατασκευάζει” το κοινό, για την οργάνωση επιτυχών εκθέσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι τρεις διαστάσεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και άλλοι δευτερεύοντες παράγοντες όπως για παράδειγμα η προσεκτική χρήση του χιούμορ, ο πλούτος των εκθεμάτων, η πληροφόρηση κ.ά.
Έχοντας αυτά στο μυαλό μας και σχετικά με την προσφορά γνώσης εκ μέρους σχολείου και μουσείου θα πρέπει από την αρχή να τονιστεί ότι ο κάθε μουσειακός οργανισμός δεν αποσκοπεί να αντικαταστήσει τον ρόλο του σχολικού ιδρύματος. Το μουσείο θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο επικουρικά στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου και το μόνο σημείο στο οποίο θα μπορούσαν οι ρόλοι να συμπέσουν είναι η γνώση του παρελθόντος και η ενίσχυση του εθνικού συναισθήματος μέσα από τα ιστορικά αντικείμενα που παρουσιάζονται και το μάθημα της Ιστορίας όπως διδάσκεται  στις  σχολικές αίθουσες. Επίσης, η γραμμική μορφή των σχολικών μαθημάτων σε συνδυασμό με την σχετική χαλαρότητα που εφαρμόζεται σ' ένα μουσειοπαιδαγωγικό πρόγραμμα λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου και της διαφορετικής στοχοθεσίας που υφίσταται δεν έχει αποθαρρυντική ιδιότητα όσον αφορά τους σκοπούς του διδασκάλου, εφόσον η όλη εκπαίδευση βοηθά στο έργο του και το βελτιώνει, βάζει σε σκέψεις την μαθητική κοινότητα, οι μαθητές μαθαίνουν με διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης και αναπτύσσουν πρωτότυπα δεξιότητες.
Τα όσα αναφέρθηκαν σαφώς παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν οι αντιρρήσεις και οι διαφωνίες μεταξύ των ειδικών. Ειδικότερα, τα μουσεοπαιδαγωγικά προγράμματα σχεδιάζονται και οργανώνονται ερήμην των σχολείων και τις περισσότερες φορές δεν συμβαδίζουν με την διδακτέα ύλη και τους στόχους του εκπαιδευτικού, ενώ οι αποκλίσεις που δημιουργούνται έχουν ως αποτέλεσμα την αδιαφορία των μαθητών και των διδασκάλων κατά την επίσκεψή τους σε μια έκθεση.
Θα μπορούσε να διατυπωθεί πως η γνώση και η διατήρηση της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί κοινό σκοπό των δύο θεσμών, έστω και μέσω διαφορετικών τρόπων και πρακτικών. 11 Ο μαθητής μαθαίνει για τον ανθρώπινο πολιτισμό και τις αξίες του και από το μέρος του το σχολείο προσπαθεί να τον μάθει να σέβεται αυτόν τον πολιτισμό σαν τεκμήριο της ανθρώπινης δημιουργικότητας και έμπνευσης. Το μουσείο από την άλλη διαφυλάσσει και μελετάει τα υλικά κατάλοιπα που συνεχώς ανακαλύπτονται, ενώ ο μαθητής παρουσιάζεται σαν ο “αγωγός” μέσα από τον οποίο περνάει η γνώση της ιστορικότητας που κρίνεται απαραίτητη και κατ' επέκταση του γεννιέται το αίσθημα ευθύνης που υποχρεούται να έχει απέναντι στα οποιαδήποτε πολιτιστικά αγαθά.
Αν και πολλές φορές επικρατεί ανταγωνισμός και καχυποψία στις σχέσεις μεταξύ σχολείου και μουσείου, οι γνώσεις, οι εμπειρίες και οι σκέψεις του κοινού (όλο το πολιτιστικό “φορτίο” που διαθέτει) σε συνδυασμό με τη φαντασία του, αποτελούν στοιχεία που θα συνεπικουρήσουν τον κάθε επισκέπτη ατομικά να αναπλάσει στο νου του το παρελθόν που του παρουσιάζεται, ενώ η επικοινωνία που θα ξεκινήσει μεταξύ αυτού και αντικειμένου θα τον ωθήσει να αναπτύξει γρηγορότερα κριτικό πνεύμα και ευαισθητοποίηση για τον πολιτισμό. Το πρώτο και πιο άμεσο μέσο που θα χρησιμοποιηθεί στην διαδικασία επικοινωνίας δεν είναι κάποιο άλλο από την προσεκτική παρατήρηση, ενώ η ενεργητική προσέγγιση της έκθεσης θα δώσει την ευκαιρία στο επιστημονικό προσωπικό του μουσείου να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την ακολουθούμενη και γενικότερη μουσειακή πολιτική. 12
Εν κατακλείδι συμπεραίνουμε ότι οι σχέσεις επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ σχολείου – μουσείου δεν είναι πάντα αρμονικές και σε πνεύμα κατανόησης, ειδικά όταν ο μουσειολόγος ή ο διδάσκαλος υπερεκτιμά την θέση του. Οι γνώσεις που μπορούν να αποκομιστούν στους χώρους του σχολείου είναι σίγουρα πρωτεύουσας σημασίας για τον μαθητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι στο μουσείο και στα πλαίσια ενός μουσειοπαδαγωγικού προγράμματος δεν είναι δυνατός ένας περαιτέρω εμπλουτισμός των γνώσεων αυτών μέσω της βιωματικής εμπειρίας. Οι ειδήμονες θα πρέπει να διαχωρίσουν τους ρόλους τους και τα καθήκοντά τους και να μην υποβλέπει ο ένας την δουλειά του άλλου, αλλά κυρίως να μην λησμονούν ότι οι αρμοδιότητές τους είναι διαφορετικές. Εξάλλου, όπως φάνηκε μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν, καθώς ο μεν καθηγητής προσπαθεί να διδάξει κάποια τυποποιημένα πράγματα μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα (της ανάλογης ηλικίας), το δε μουσειακό προσωπικό προσπαθεί να διδάξει ποικιλοτρόπως το κοινό του (της οποιασδήποτε ηλικίας) χωρίς να υπολογίζονται τα πολλά άλλα καθήκοντά του.

[11]Γεώργιος Δάλκος (2000), Σχολείο και μουσείο, σελ.19-25

[12]Γεώργιος Δάλκος (2000), Σχολείο και μουσείο, σελ. 37-39

Συμπεράσματα

Συμπληρωματικά στα όσα προαναφέρθηκαν, θα αρκεστούμε σε μερικές ακόμη σκέψεις. Είδαμε συνοπτικά τον ρόλο του μουσείου μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία διαχρονικά και του σχολείου σήμερα, στοχεύοντας να φανερώσουμε τα θετικά στοιχεία που μπορούν να προκύψουν μέσω μιας συνεργασίας των δύο θεσμών. Νομίζω πως ως ένα βαθμό είδαμε την εποικοδομητική αλληλεπίδραση του διδακτικού και μουσειακού προσωπικού και το ότι όταν οι δύο φορείς αλληλοβοηθηθούν στο έργο τους, το αποτέλεσμα δεν θα μπορεί να είναι παρά μόνο ικανοποιητικό. Ο μαθητής καλείται να ενεργοποιήσει όλες τις αισθήσεις του μέσα στο μουσείο και να αξιοποιήσει ό,τι έχει μάθει μέσα στις σχολικές αίθουσες κατά την διαδικασία παρατήρησης του εκθέματος. Παράγοντες που ίσως φαίνονται μηδαμινής σημασίας όπως το κτίριο του μουσείου, το προσωπικό του ή η χωροδιάταξη των αντικειμένων έχουν τη δύναμη να συμβάλλουν σημαντικά στην τελική “γεύση” με την οποία θα φύγει ο επισκέπτης από τις αίθουσες έκθεσης και να προσθέσουν το δικό τους λιθάρι στην αντιμετώπιση κάθε πολιτιστικού φορέα εκ μέρους του στο παρόν και το μέλλον.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεώργιος Δάλκος (2000), Σχολείο και μουσείο, Αθήνα, Καστανιώτης

Αλεξάνδρα Μπούνια (2011), Στα παρασκήνια του μουσείου, Αθήνα, Πατάκης

Μαρία Οικονόμου (2003), Μουσείο: Αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός;, Αθήνα, Κριτική

Ειρήνη Νάκου (2001), Μουσεία: Εμείς, τα πράγματα και ο πολιτισμός, Αθήνα, Νήσος

Susan M. Pierce (2002), Μουσεία, αντικείμενα και συλλογές, Θεσσαλονίκη, Βάνιας

Ειρήνη Νάκου, Ιστορική γνώση και μουσείο On line στην διεύθυνση:
www.mnimon.gr/index.php/mnimon/article/download/590/985.pdf (τελευταία επίσκεψη 21.4.2015)

Ρούσσου, Αγγ., (2012): Ο εκπαιδευτικός ρόλος των Μουσείων, On line στην διεύθυνση:
http://www.academia.edu/4171511/Ο_εκπαιδευτικός_ρόλος_των_Μουσείων/html (τελευταία επίσκεψη 21.4.2015)

Δημοσκόπηση

Πρέπει να επιτραπούν τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια;

 

Ημερολόγιο Άρθρων

Σεπτέμβριος 2017
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
28 29 30 31 1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28 29 30 1
Σάββατο, 23 Σεπ. 2017 - 23:45:54
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραΜουσείο και Γνώση Top of Page