Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

AddThis Social Bookmark Button

imagesτου Ανδρέα Βάλσαμου

  Η πρώτη μου επαφή με τον Ρίτσο και την ποίηση του ήταν στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, λίγο μετά την μεταπολίτευση, όταν πραγματοποιήθηκε εκδήλωση προς τιμή του και παρουσία του στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου είχα την τύχη να παρευρίσκομαι. Θέμα: Η Ειρήνη στην ποίηση του Ρίτσου. Κεντρική ομιλήτρια η αειθαλής γιαγιά της λογοτεχνίας μας -έτσι την είχαν αποκαλέσει- η Έλλη Αλεξίου. Ξεκίνησε την παρουσίαση της λέγοντας ότι «για να βρεις την Ειρήνη στην ποίηση του Ρίτσου είναι σα να κοιτάζεις μια θαλασσογραφία και να ψάχνεις να βρεις τη θάλασσα. Είναι παντού. Είναι διάχυτη σε όλο του το έργο».

Από την ποιητική Συλλογή «Αγρύπνια»
Σχόλασε η φάμπρικα. Τα κορίτσια γυρνάνε από τη δουλειά.
Τα κατσαρόλια τους τυλιγμένα προσεχτικά στις πετσέτες.
Μια μυρωδιά από το δάσος μένει στο δρόμο όπως περνούν
- σα νάρχεται τρία μέτρα πίσω τους η άνοιξη.
Μεγάλωσαν τα κορίτσια, σοβάρεψαν-δεν γελούν πια στο δρόμο.
Τα μάτια τους είναι μεγάλα κι αδελφικά.
Μέσα στις άδειες σκάφες ζυμώνουν την οργή μας και τη λύπη μας.
Πάνω απ' τη στέγη τρίζουν τ' αστέρια
Μ' ένα ελαφρό τρίξιμο όπως τρίζει η ζάχαρη σε μια σακούλα από στρατσόχαρτο
Μεθαύριο, λέμε, σαν θάχουμε αλεύρι, σα θάχουμε ζάχαρη
ετούτα τα κορίτσια θα φτιάξουν τα πρόσφορα της Ειρήνης
μεγάλα στρογγυλά, πασπαλισμένα με ζάχαρη, σφραγισμένα
όχι με κείνες τις τετράγωνες σφραγίδες με τα βυζαντινά γράμματα
Μα με τα ίδια τους τα χέρια τα λιγνά τα δυνατά
Μ' αυτά τα χέρια που μαθήτευσαν στη λύπη όλου του κόσμου.  

  Από τους σπουδαιότερους ποιητές που ανήκει στη λεγόμενη γενιά του τριάντα. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και «Η Σονάτα υπό το σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά και αγαπημένα έργα του. Αν και προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν του απονεμήθηκε. Σε συνέντευξή του σε γνωστό δημοσιογράφο είπε: «Θυμηθείτε πόσοι δεν πήραν το Νόμπελ: ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Μαγιακόφσκι, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι». Εξ άλλου όπως ο ίδιος επισήμανε «δεν ήταν δυνατόν να λάβω ένα παγκόσμιο βραβείο που την προηγούμενη χρονιά είχε δοθεί ως βραβείο ειρήνης στον Κίσινγκερ».

  «Σπούδασα ιστορία του παρελθόντος και του μέλλοντος στην σύγχρονη σχολή του αγώνα» έγραφε ο Γ.Ρ. του οποίου ο αγωνιστικός λόγος ήταν πλήρως εναρμονισμένος με την ζωή του. Η ποίηση του ήταν πάντα στενότατα συναρτημένη με τα ιδεολογικά, κοινωνικά και ιστορικά δρώμενα της εποχής του. Αφουγκραζόταν το βηματισμό της ιστορίας. Οι στίχοι του γεμάτοι από μνήμες και κόκκινα γαρύφαλλα. Το κύριο σώμα του έργου του, πάνω από εκατό πενήντα ποιητικές συλλογές (κάποιες ανέκδοτες), ένδεκα πεζογραφήματα (και δύο ανέκδοτα)και τέσσερα θεατρικά έργα.

  Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά, την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθερίου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Η οικογένεια υπέστη οικονομική καταστροφή με τραγικές απώλειες. Το 1921 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο Μονεμβασιάς και γράφτηκε στο Γυμνάσιο Γυθείου. Το 1934 στο Ριζοσπάστη δημοσιεύονται κάποια ποιήματα από τα «Γράμματα στο μέτωπο» και «Γράμματα για το μέτωπο» με το ψευδώνυμο ΣΟΣΤΙΡ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Την ίδια χρονιά εκδίδεται ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το όνομα του. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ στο οποίο έμεινε πιστός μέχρι τον θάνατο του. Το 1935 κυκλοφορεί την δεύτερη ποιητική συλλογή με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται σαν επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις Γκοβόστη. Το 1937 εκδίδει το «Τραγούδι της αδελφής μου», ο Παλαμάς συγκλονίζεται διαβάζοντας το και γράφει στο «Ελεύθερο βήμα «σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης ρυθμός, παραμερίζουμε ποιητή, για να περάσεις»!!!

Στις 9 Μαΐου του 1936 γίνονται στην Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές κατά την διάρκεια της μεγάλης απεργίας των καπνεργατών. Την επομένη ο Ρίτσος βλέπει στον Ριζοσπάστη την φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της, την παίρνει σαν αφορμή, για να γράψει ένα από τα πιο δημοφιλή ποιήματα του, τον «Επιτάφιο» που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για τα εκδοτικά δεδομένα της εποχής.

«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω
στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης».

  Με την επιβολή της διδακτορίας του Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία διακόσια πενήντα αντίτυπα μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία καίγονται στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

  Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σφράγισε τον πολιτισμό της πατρίδας μας. Γοητευμένος ο Ρίτσος από τη δουλειά που είχε γίνει στον μελοποιημένο «Επιτάφιο» θα πει κάποτε στο Μίκη: «Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με τη μουσική; Μέχρι πρότινος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια άλλης, αλλά, όταν έγραψες τον «Επιτάφιο» και αργότερα την «Ρωμιοσύνη» που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος, για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής, εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».

  Στην διάρκεια της κατοχής ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, από την μια η πείνα και από την άλλη η φυματίωση που τον βασάνιζε. Είναι γνωστό ότι νοσηλεύτηκε για αρκετές φορές στο νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί συνδέθηκε με στενή πνευματική φιλία με την επίσης νοσηλευόμενη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Παρ όλα αυτά συμμετείχε στην δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ. Αρνήθηκε να δεχθεί χρήματα από έρανο, όταν κινδύνευσε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά ακολούθησε τις δυνάμεις του, περνά στη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φτάνει στην Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στα άρματα». Το 1945 γράφει την «Ρωμιοσύνη». Στην διάρκεια του εμφυλίου εξορίστηκε στην Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Άη Στράτη (1950-51). Το 1952 επιστρέφει στην Αθήνα και πολιτεύτηκε με την ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται την παιδίατρο Φιλίτσα Γεωργιάδου από την Σάμο με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Έρη (1955). Η όψιμη πατρότητα του χάρισε πολλή ευτυχία και γράφει για την Έρη με απέραντη τρυφερότητα και αγάπη το υπέροχο ποίημα «Πρωινό άστρο».

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.
Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.
Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω...

  Το 1956 ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ ως μέλος της αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για την «Σονάτα του σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν αισθάνθηκε το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας και αποφάνθηκε πώς ο δημιουργός του είναι ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στην ζωή. Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα (21/4/1967) οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφθεί. Εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη του Απρίλη μεταφέρθηκε στην Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Μετά την πτώση δικτατορίας και μετά την μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο ποίησης Αλφρέ ντε Βινί. Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια (Μπιρμιγχαμ, 1978, Καρλ Μαρξ της Λειψίας, 1984 και φιλοσοφική σχολή Αθηνών, 1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο του ποιητή της Ειρήνης από τον ΟΗΕ. Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από την ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990 αφήνοντας πίσω του πενήντα ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στην γενέτειρα του, την Μονεμβασιά.
Τελειώνω αυτό το σύντομο αφιέρωμα με το αγαπημένο μου ποίημα «Γυναίκες»

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πώς λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πώς φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε: «Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».
Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τους δικούς μας.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.
Από την σειρά «Παρενθέσεις», 1946-1947, Ποιήματα, τόμος Β΄, 1961

Δημοσκόπηση

Ποιες δράσεις ακτιβισμού θα κάνατε;

 
Δευτέρα, 24 Ιουλ. 2017 - 08:53:57
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Top of Page