Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΟι περιπέτειες των αρχαιοτήτων: για τα “κλεμμένα” μάρμαρα του Παρθενώνα και όχι μόνο

Οι περιπέτειες των αρχαιοτήτων: για τα “κλεμμένα” μάρμαρα του Παρθενώνα και όχι μόνο

AddThis Social Bookmark Button

eikones-periigiton 1της Δρ Βασιλικής Παπαγεωργίου Κοιν. Ανθρωπολόγος, Επιστημονική συνεργάτης, ΤΕΙ Ιονίων Νήσων,

Τμ. Δημοσίων Σχέσεων & Επικοινωνίας και ΤΕΙ Πατρών, Τμ. ΜΜΣΕ, Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  Το φετινό (64ο) φεστιβάλ του Βερολίνου είχε έναν μάλλον αναπάντεχο αντίκτυπο στην ελληνική επικαιρότητα. Αναφέρομαι εδώ βέβαια, όπως φανερώνει και ο τίτλος του άρθρου, όχι σε θέμα που ανέκυψε από την έντονη ελληνική κινηματογραφική παρουσία στο φεστιβάλ, αλλά στις δηλώσεις του γνωστού ηθοποιού Τζωρτζ Κλούνεϊ στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου.[1] Να λοιπόν πάλι τα "κλεμμένα" μάρμαρα του Παρθενώνα. (Το "κλεμμένα" σε εισαγωγικά, αφού δεν αποδίδει επίσημο π.χ. νομικό όρο, αλλά τις σημασιολογικά φορτισμένες σχέσεις που συνδέουν ανθρώπους και υλικά αντικείμενα πολιτισμικής κληρονομιάς). Θα επιχειρήσω μια πλαισίωση του θέματος, που θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, φωτίζοντας εν τάχει δυο-τρία σημεία. Σκοπός είναι να αναδειχτεί η ιδιαίτερη δυναμική ζητημάτων πολιτισμού, όταν υπό προϋποθέσεις και συγκεκριμένες συνθήκες προβάλλονται ως πολιτικά διακυβεύματα.
Το ζήτημα των "κλεμμένων" (γνωστά ως "Ελγίνεια", τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, τέθηκε ως επίσημο αίτημα, θυμίζω, κατά τη δεκαετία του '80, με την εκστρατεία της Μελίνας Μερκούρη) πρέπει να ενταχτεί σε ένα ιστορικό φαινόμενο, αυτού της υφαρπαγής και εξόδου προς την Ευρώπη αρχαιοτήτων, που παρατηρήθηκε έντονα στον ελληνικό χώρο, και που, άλλωστε, με κάποιο τρόπο, συνδέεται με τις απαρχές και τις συνθήκες συγκρότησης του ελληνικού κράτους και της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας.
  Εδώ πρέπει να εστιάσουμε εμφατικά σε δύο σημαντικές παραμέτρους, που διασυσχετίζονται. Η ιστορικότητα της συγκεκριμένης περίπτωσης, από τη μια, που, από την άλλη, διαπλέκεται με, αλλά και διαμορφώνει, τις συνθήκες πολιτισμικής διαχείρισης του ζητήματος σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ως και σήμερα. [2]
  Αν συζητούμε, λοιπόν, με όρους ιστορικότητας, αναπόφευκτα αφετηρία μας θα τεθεί ο κινητήριος, θα έλεγα, μοχλός των πολιτισμικών διεργασιών που πλαισιώνουν το ζήτημα των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Αναφέρομαι στον υπέρμετρο θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα, ενός θέματος, οι πιο ουσιαστικές πτυχές του οποίου, ίσως, δεν είναι τόσο ευρέως γνωστές όσο θα έπρεπε – παραδόξως – στο ελληνικό κοινό. Το πάθος για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, η συμβολική επίδραση του οποίου στην πραγματικότητα δεν έπαψε να υπάρχει στο μεσαιωνικό και αναγεννησιακό δυτικό κόσμο, αναζωπυρώνεται περίπου κατά το τέλος του 17ου αιώνα. Ο "ελληνικός μύθος" ως σύμβολο στη συλλογική συνείδηση του δυτικού κόσμου κατασκευάζεται, λοιπόν, κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες και νέες κοινωνικές συνθήκες και πολιτισμικούς μετασχηματισμούς, περίπου στο μεταίχμιο των πρώιμων νεότερων χρόνων και των απαρχών της κλασικής νεωτερικότητας. Αποτυπώνεται, δε, στις εκτενείς αφηγήσεις και λεπτομερείς ταξιδιωτικές περιγραφές του ελληνικού κόσμου των πλείστων περιηγητών και παθιασμένων ταξιδευτών όπως ο Chateaubriand. Σε αυτές αναπαρίσταται η φαντασιακή εικόνα μιας Ελλάδας «υπέροχων ερειπίων», ένα ιδεώδες, και η εμπειρία του ταξιδιού ως "ταξίδι στο χρόνο" και καταβύθιση στο παρελθόν. (Χαρακτηριστική η πλούσια παραγωγή εικονικών αναπαραστάσεων της εποχής, ζωγραφική, χαρακτικά, εικονογράφηση έντυπων περιηγητικών εκδόσεων – βλ. και εικόνες που πλαισιώνουν το παρόν άρθρο – με τη ρομαντική απόδοση γηγενών με παραδοσιακές φορεσιές πλάι στα αρχαία, ένα από τα πιο συχνά μοτίβα).
  Το δυτικό ενδιαφέρον αποκτά διαστάσεις υπερβολής, με ιδιαίτερη εμμονή στην μνημειακή πραγματικότητα, στο πλήθος διάσπαρτων αρχαιοτήτων στο έδαφος του ελληνικού χώρου, που θεωρούνταν αποδείξεις, απτές, υλικές μαρτυρίες του ένδοξου παρελθόντος που αποζητούσαν να οικειοποιηθούν οι δυτικοί. Οι αποστολές δυτικών, πλέον, κατά το 18ο αιώνα, αποκτούν το χαρακτήρα οργανωμένης προσπάθειας έρευνας και μελέτης της αρχαιότητας, με καταλυτική συνέπεια την εκτεταμένη αναζήτηση, συγκέντρωση, μεταφορά και διακίνηση αρχαιοτήτων.
eikones-periigiton 2  Η ξέφρενη μανία γύρω από την αρχαία Ελλάδα αποτυπώνεται γλαφυρά στο παρακάτω απόσπασμα, προτροπή του Choiseul-Gouffier, πρέσβη της Γαλλίας στην υψηλή πύλη, σε επιστολή του γραμμένη το 1789 προς τον Γάλλο πρόξενο στην Αθήνα:
«μην παραλείπεται με κανένα μέσον, αγαπητέ μου Fauvel, να λεηλατήσετε από την Αθήνα και την περιοχή της ό,τι μπορεί να λεηλατηθεί»
  Στη συνέχεια, το εμπόριο αρχαιοτήτων πήρε τρομακτικές διαστάσεις καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, καθώς σπίτια διπλωματών, ειδικών απεσταλμένων, λόρδων και άλλων επιφανών στην Αθήνα, γέμισαν αρχαιότητες. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των χωρών, ιδιαιτέρως, για παράδειγμα, μεταξύ της Γαλλίας, του προαναφερθέντος εκπροσώπου της Choiseul-Gouffier, και της Αγγλίας, του γνωστού μας λόρδου Elgin, υπήρξε αδυσώπητος, με το κυνήγι να επιτύχουν την έκδοση φιρμανιών και να αποκτήσουν το δικαίωμα υφαρπαγής αρχαιοτήτων .
  Πολλά από αυτά τα ευρήματα, αποσπασμένα άλλοτε με κάποια ευαισθησία και σεβασμό και άλλοτε με τη βιαιότητα που ταιριάζει σε πράξεις κατακτητή, πήραν το δρόμο της διακίνησης και αγοράς τους από πλούσιους δυτικούς, βασιλιάδες και πρίγκιπες για να κοσμήσουν κάποια στιγμή μεγάλες μουσειακές συλλογές και εκθέσεις των δυτικών ευρωπαϊκών κέντρων. Οι συνθήκες διαμόρφωσης και συσχετισμού δυνάμεων των εθνικών κρατών της εποχής, που τότε συγκροτούνταν, καθιστούν άλλωστε το μουσείο, κατεξοχήν θεσμό της νεωτερικότητας, σύμβολο εξουσίας. Τέλος, αξίζει να υπογραμμιστεί, έστω και με μία μικρή νύξη, ότι εντός αυτών των διεργασιών, πολιτισμικών και κοινωνικών, είναι που αναπτύσσεται η ελληνική αυτοσυνειδησία, και η πορεία συγκρότησης της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας. Μέσα δηλαδή από το εξουσιαστικό "βλέμμα" της δύσης, είναι που οι Έλληνες βλέπουν τον εαυτό τους.[3] Και, βέβαια, από νωρίς βλέπουν την καταστροφή, αντιδρώντας και διεκδικώντας αποκατάσταση, τόσο οι λόγιοι όσο και οι στρατιωτικοί (είναι γνωστή η φράση του Μακρυγιάννη «Δι' αυτά πολεμήσαμεν»).
  Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο πολιτισμός, ως μνήμη, πολιτισμική κληρονομιά, ταυτότητα, αποτελεί ένα δυναμικό, ρευστό και συγκρουσιακό πεδίο συμβολισμού, νοηματοδοτήσεων, πρακτικών και διαχείρισης από δρώντες με διαφορετικές τοποθετήσεις και συμφέροντα στο πολιτικό πεδίο. [4]
  Έτσι, υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να θέσουμε τις βάσεις για τη συζήτηση του θέματος σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο ανάλυσης, που φωτίζει όψεις των πολιτικών του πολιτισμού. Γιατί τα μάρμαρα του Παρθενώνα δεν είναι βέβαια μια περίπτωση μοναδική. Η ιδιοποίηση, κατοχή και διαχείριση πολιτισμικών αντικειμένων "άλλων" από "άλλους" αποτελεί φαινόμενο που έχει καταγραφεί εκτενώς σε μια πληθώρα περιπτώσεων βίαιης, συνήθως, κυριαρχίας, πολεμικών συρράξεων, κατακτήσεων κ.λπ..
  Αυτό που παρατήρησα, παραπάνω, η συγκρουσιακή πολιτική πολιτισμικής διαχείρισης, δεν αφήνει αδιάφορα – παρά μάλλον θέτει στο προσκήνιο – ορισμένα επείγοντα ζητήματα, όπως τού ποιος εκθέτει και παρουσιάζει π.χ. σε ένα μουσείο, για ποιον μιλάει, πώς τον αναπαριστά, (ήδη ζητήματα που έχουν τεθεί από καιρό στη θεωρητική επεξεργασία από διαφορετικές σκοπιές και επιστημονικούς κλάδους, όπως στις ανθρωπολογικά εμπλουτισμένες αναλύσεις της σύγχρονης μουσειολογίας).
eikones-periigiton 3  Εν τέλει, μιλώντας γι' αυτά τα ζητήματα, αναγκαστικά πρέπει να δούμε τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες εγγράφονται, που στην προκειμένη περίπτωση αφορούν κατακτητή- κατακτημένο ή αποικιοκράτη- αποικιοκρατούμενο, αλλά και πολύ ευρύτερα σχέσεις όπου θεμελιώνονται στη συμβολική εξουσία της "μίας μεριάς" να αναπαριστά, και να κατασκευάζει, να διαχειρίζεται την εικόνα "της άλλης", δηλαδή, μια θεμελιώδη συνιστώσα της ταυτότητάς της και των όσων συμβολικών ερεισμάτων εκπηγάζουν από αυτήν. Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη, ότι δεν είμαστε οι μόνοι που διεκδικούμε θησαυρούς της προγονικής μας κληρονομιάς. Ανά την υφήλιο, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται η συνειδητοποίηση της πολιτικής διάστασης του πολιτισμού και της πολιτισμικής ταυτότητας, παρόμοιες συγκρουσιακές διαδικασίες εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα.

  Κλείνοντας, απλά θα αναφέρω, μια είδηση από αυτές που δεν έχουν την επικοινωνιακή αίγλη των δηλώσεων περί Ελγίνειων μαρμάρων, στα ψιλά γράμματα της επικαιρότητας, σε απόλυτη – κατά θαυμαστή συγκυρία – συνάφεια με ό,τι απασχόλησε το παρόν άρθρο : η ανταλλαγή εθνικών θησαυρών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι τιμούν φέτος τα χίλια χρόνια από τον θάνατο του θεωρούμενου "πατριάρχη" του έθνους τους, Τσάρου Σαμουήλ, και διεκδικούν να τους αποδώσουμε τα οστά, που κατέχουμε, καθώς αποτελούν ευρήματα μιας παλαιότερης ανασκαφής σε ελληνικό έδαφος που διεξήχθη από τον καθηγητή του ΑΠΘ, Νικόλαο Μουτσόπουλο. Εμείς, από την άλλη πλευρά, προκειμένου να δεχτούμε, ζητούμε αντίστοιχα δικούς μας πολύτιμους θησαυρούς που αποτελούν προϊόν υφαρπαγής από την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έντονη πολιτιστική διπλωματία της ανταλλαγής βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα. [5]
  Εν κατακλείδι, το ζήτημα των "κλεμμένων", ως ζήτημα διεκδίκησης πολιτισμικών συμβόλων, μπορεί να τεθεί με όρους πολιτισμικής διαχείρισης αλλά και διαχείρισης πολιτισμικών ταυτοτήτων: ακόμη κι αν ανακύπτει μέσα από συνθήκες δημοσίων σχέσεων και επικοινωνιακών τρυκ, όπως στην περίπτωσή μας με την συνέντευξη τύπου στο Βερολίνο. Αυτό φανερώνουν οι εξίσου περίεργες και ακραίες μάλλον αντιδράσεις αμφότερων των πλευρών που παίρνουν θέση στα "αντίπαλα στρατόπεδα" της συγκεκριμένης πολιτισμικής διαπάλης –για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορική εικόνα–, με την ευχαριστήρια επιστολή του Έλληνα υπουργού πολιτισμού προς τον Κλούνεϊ, από τη μία, και την θύελλα αντιδράσεων που εκδηλώθηκε στον βρετανικό και διεθνή τύπο εναντίον του ηθοποιού, από την άλλη. Οι τρόποι δημόσιας προβολής του θέματος μπορεί να το γελοιοποιούν, προσδίδοντάς του την διάσταση του εφήμερου επικοινωνιακού μάνατζμεντ, και αφαιρώντας του την διάσταση της ιστορικότητας που θέλησα να αποδώσω στα προηγούμενα. Είναι, εν τέλει, η ίδια η θεματική της ταινίας του Κλούνεϊ (πέρα από την κινηματογραφική της απόδοση και τις συμβάσεις που υπηρετεί) που μας προσκαλεί να σκεφτούμε βαθύτερα για όλα τα παραπάνω. [6]
20/2/2014

Σημειώσεις
[1] Σχετικά με το συμβάν της επικαιρότητας:
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου στο φεστιβάλ του Βερολίνου, στο πλαίσιο της προβολής και προώθησης της νέας του ταινίας «Μνημείων Άντρες», στην οποία είναι ταυτόχρονα σκηνοθέτης, παραγωγός αλλά και συμμετέχει ως ηθοποιός, ελληνίδα δημοσιογράφος – κάνοντας την εύλογη σύνδεση του θέματος της ταινίας με το γνωστό σε εμάς ζήτημα της επιστροφής των Ελγίνειων μαρμάρων – του ζήτησε να εκφέρει τη γνώμη του. Ο Κλούνεϊ, κατά τον τρόπο που κάτι τέτοιο παράγεται βέβαια στο πλαίσιο των δημοσίων σχέσεων μιας συνέντευξης τύπου, υποστήριξε την ελληνική θέση λίγο πολύ, έστω και διστακτικά. Αυτό προκάλεσε αναμενόμενες αντιδράσεις, ποικίλες και από πολλές πλευρές προερχόμενες τόσο εγχώριες όσο και διεθνείς.
[2] Για τη συγγραφή του άρθρου, όσον αφορά κυρίως στην όψη της ιστορικότητας του ζητήματος των κλεμμένων αρχαιοτήτων, γενικότερο πληροφοριακό υλικό έχει αντληθεί από τη σειρά σχετικών ένθετων αφιερωμάτων της Κυριακάτικης Καθημερινής, Επτά Ημέρες, που κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια πριν και στα οποία συγγράφουν εξειδικευμένοι μελετητές και ερευνητές. Αναφέρω, π.χ. Παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων, 18/5/1997, Περιηγητές, Εικόνες της Ελλάδας, 2/4/2000.
[3] Παραπέμπω εδώ στην εξαιρετικά ανεπτυγμένη δουλειά του γνωστού ανθρωπολόγου και μελετητή της ελληνικής κοινωνίας και νεοελληνικής ταυτότητας, Herzfeld. Δυστυχώς οι περιορισμοί και οι στοχεύσεις ενός άρθρου δεν επιτρέπουν περισσότερη αναλυτική παρουσίαση και ανάδειξη όλων των πραγματικά σημαντικών διαστάσεων του θέματος που παρουσιάζεται εδώ.
[4] Ο αναγνώστης μπορεί να δει, ώστε να κατατοπιστεί σχετικά, τον πολύ καλό συλλογικό τόμο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά Υλικός πολιτισμός, Η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012.
[5] Βλ. σχετικό ρεπορτάζ του Σταύρου Τζίμα, στην Καθημερινή της 16/2/2014.
[6] Σχετικά με την ταινία:
Ο πυρήνας της ταινίας είναι το θέμα της εκτεταμένης λεηλασίας θησαυρών τέχνης από Ευρωπαϊκά μουσεία, συλλογές και ιδιώτες (Εβραίους σε μεγάλο αριθμό) που τελέστηκε από το Χίτλερ και το επιτελείο των συνεργατών του. Το «Μνημείων Άντρες» είναι η αφήγηση των προσπαθειών και της αποστολής μιας ειδικής διμοιρίας αντρών των συμμάχων (ομάδα ΜΚΤ&Α, από τα αρχικά Μνημείων, Καλών Τεχνών και Αρχείων) που στόχο είχε τη διάσωση των αριστουργημάτων της τέχνης και την επιστροφή στους ιδιοκτήτες τους, συμπεριλαμβανομένων κορυφαίων ευρωπαϊκών μουσείων. Το ιδιαίτερο στοιχείο – και ένα από αυτά που προσδίδουν την αύρα του ηρωισμού και της ανδρείας που φαίνεται να ενυπάρχει στο έργο – είναι ότι το συγκεκριμένο πολεμικό σώμα δεν αποτελείται από ανθρώπους του κόσμου του πολέμου αλλά της τέχνης: γκαλερίστες και έμπορους έργων τέχνης, διευθυντές μουσείων και επιμελητές εκθέσεων, καλλιτέχνες!

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 
Σάββατο, 19 Αυγ. 2017 - 01:48:06
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΟι περιπέτειες των αρχαιοτήτων: για τα “κλεμμένα” μάρμαρα του Παρθενώνα και όχι μόνο Top of Page