Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - online“Λαϊκό γούστο”, “λαϊκή κουλτούρα” και το “κοινό” των λαϊκών στρωμάτων

“Λαϊκό γούστο”, “λαϊκή κουλτούρα” και το “κοινό” των λαϊκών στρωμάτων

AddThis Social Bookmark Button

laiki-koultouraΗ ταξικότητα της πολιτιστικής ιδιοποίησης.  της Δρ Βασιλική Παπαγεωργίου, Κοιν. Ανθρωπολόγος,

Επιστ. συνεργάτης ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, Τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  Παρόλη την οικονομική κρίση ένα πολλά υποσχόμενο "πολιτιστικά γεμάτο" καλοκαίρι περιμένει το κοινό του. Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Η θερινή σεζόν προσφέρεται για περίσσια δράση στο χώρο της πολιτιστικής παραγωγής, αφού συνδυάζεται φιλικά και "δένει" με την χαλάρωση, την ξεκούραση, το διάλειμμα εν πάση περιπτώσει.

 Εξ' αφορμής, λοιπόν, μια συζήτησης για τα πολιτιστικά δρώμενα το παρόν σημείωμα: συγκεκριμένα, για το τι πρέπει να φιλοξενεί ο ιερός χώρος της Επιδαύρου, και ποια είναι τα όρια που διαχωρίζουν το "ποιοτικό" από το "χυδαίο", το "εκπαιδευμένο κοινό" από το "άσχετο", αυτούς που αναζητούν την αληθινή ψυχαγωγία από τους τυχαίους κοσμικούς κ.ο.κ. (όλοι αυτοί οι όροι τίθενται, ως ορθότερο αναλυτικά, σε εισαγωγικά, λόγω της πολλαπλής και συγκρουόμενης, συχνά ιδεολογικά φορτισμένης, χρήσης και ερμηνείας τους).

 Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά σε μια αντιπαράθεση που ξεκίνησε με ερώτηση που κατέθεσε η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Παναγιώτα Ιακωβίδου προς τον Υπουργό Πολιτισμού στις αρχές του Ιουλίου με θέμα: Αναγκαιότητα τα Επιδαύρια να ανατεθούν και πάλι στο Εθνικό Θέατρο. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η φιλοσοφία και η στρατηγική του Φεστιβάλ Αθηνών, στη δικαιοδοσία του οποίου είναι σήμερα η Επίδαυρος, ρέπει επικίνδυνα προς έναν αμοραλιστικό ελιτισμό και αγνοεί την ιστορία του θεσμού των Επιδαυρίων και την ανάγκη για πολιτιστική και τουριστική ανάπτυξη της Επιδαύρου και της ευρύτερης περιοχής. Επιλογές από λίγους για λίγους, και συνεχώς για λιγότερους, σέχτες καλλιτεχνών και απαξίωση του βιοπορισμού χιλιάδων συμπολιτών μας», αναφερόμενη στις συγκεκριμένες επιλογές του προέδρου και καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ Αθηνών, Γιώργου Λούκου, που – με τον δύσκολο και πειραματικό τους χαρακτήρα – προκάλεσαν μειωμένη προσέλκυση του κοινού, και κατ' επέκταση, σύμφωνα με τους εν λόγω ισχυρισμούς, ζημίωσαν τουριστικά την περιοχή και τους επαγγελματίας που ζουν από την πολιτιστική της ανάπτυξη. [1]

 Δεν είναι σπάνια αυτή η συζήτηση στο πεδίο της πολιτιστικής παραγωγής και της διαχείρισής της και, όχι μόνο αυτό, αλλά, επανέρχεται με τους ίδιους κάθε φορά όρους που προτάσσει ο ίδιος συμβολικός αγώνας με διακύβευμα τη νομιμότητα και εγκυρότητα των πολιτιστικών αγαθών: αυτό που παρατηρεί κανείς είναι η εμμονή να περιφρουρήσει κάποιος συμβολικά το χώρο της "καθαρής", "υψηλής", πολιτιστικής παραγωγής ή τέχνης. Αρκετά μακρύ το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση του όρου "υψηλή τέχνη" (αποκτά μια συγκεκριμένη ιδεολογική νοηματοδότηση κυρίως από τα τέλη του 18ου αι.) και ο διαχωρισμός της από την "χαμηλή κουλτούρα" δεν έχει σταματήσει να υπάρχει, όπως εξάλλου και οι συμβολικοί αγώνες, οριοθετήσεις, εντάξεις και αποκλεισμοί με τα ίδια διακυβεύματα. Ο ελιτισμός, η αίσθηση διάκρισης, η εγκυρότητα και η νομιμότητα της υψηλής κουλτούρας διατηρούνται και σήμερα, παρόλη της προσπάθεια για εκδημοκρατισμό της, (παρόλη επίσης την ώθηση που έδωσε το πρόταγμα του μεταμοντερνισμού για άρση των ορίων ανάμεσα σε "υψηλό" και "χαμηλό"), παράγοντας, μάλιστα, θα υποστήριζα, νέα σύνορα διαχωρισμού και ανισοτήτων.

 Επιστρέφοντας, όμως, στα αρχικά, στο πολιτιστικό καλοκαίρι και τα της Επιδαύρου, αναρωτιέται κανείς κριτικά και διερευνητικά, περί της απουσίας και της μη εμπλοκής, τόσο στο πραγματικό όσο και στο συμβολικό σύμπαν του "πολιτιστικού" πεδίου, ενός πολύ μεγάλου μέρους του κοινού, που ανήκει κυρίως στα λαϊκά στρώματα: πρόκειται για ένα κοινό των – ας το πούμε με τους ψυχρούς όρους του πολιτιστικού marketing – "μη συμμετεχόντων". Το κοινό που, όχι μόνο δεν θα καταναλώσει τα προϊόντα της "υψηλής κουλτούρας", αλλά και δεν διαθέτει το συμβολικό κεφάλαιο που αυτά προϋποθέτουν – προκειμένου να προκαλέσουν συμμετοχή, συνομιλία και αλληλόδραση, τον αναστοχασμό και την πνευματική διέγερση, (όλα αποτελέσματα της πολιτιστικής ικανότητας και ιδιοποίησης, τα οποία είναι προδιατεθειμένοι να δεχτούν οι πιο μυημένοι).

 Αντιστρόφως ανάλογη, μάλιστα δείχνει η απροθυμία και απουσία του κοινού των λαϊκών στρωμάτων, της εξαιρετικά αυξημένης προσφοράς και διάχυσης "ποιοτικής" πολιτιστικής παραγωγής, στην Ελλάδα, των τελευταίων ετών. [2] Μια γρήγορη επισκόπηση και εκτίμηση του πεδίου αποτυπώνει φιλόδοξους πολιτιστικούς οργανισμούς, καινοτόμες δράσεις και επιλογές, εξωστρέφεια, πειραματισμούς, αλλά και τακτικές που στοχεύουν στη διάχυση της τέχνης στην περιφέρεια, επιλογές μάρκετινγκ με προσέλκυση κοινού με οικονομικές κατηγορίες και μειωμένες τιμές, δωρεάν εισόδους, κ.λπ. Έτσι, αυτή ακριβώς, η εμπειρικά διαπιστωμένη πρακτική του διαφοροποιημένου κοινού, μας οδηγεί στο να εντοπίσουμε ως θεμελιώδες στοιχείο της πολιτιστικής κατανάλωσης και ιδιοποίησης την ταξικότητα. Και να ανατρέξουμε αναγκαστικά την ανάλυση που πρωτοπόρος της υπήρξε ο Μπουρντιέ, ορίζοντας το γούστο, την πολιτιστική αίσθηση, ικανότητα, ιδιοποίηση (ως) ταξικές και σωματοποιημένες έξεις, σημεία και στοιχεία διάκρισης, και συμβολικών αγώνων για κυριαρχία. [3]

 Σύμφωνα με τις διεισδυτικές προσεγγίσεις του Μπουρντιέ, η πολιτιστική ικανότητα είναι έξη σωματοποιημένη, στενά συνδεόμενη όχι μόνο με αυτό που φαίνεται πιο έντονα, τις οικονομικές συνθήκες, αλλά και με ολόκληρο το βιοτικό ύφος που απορρέει από αυτές. Η υποταγή στην ανάγκη είναι χαρακτηριστική έξη και διάθεση των λαϊκών στρωμάτων, που απορρίπτει κάθε τι ανώφελο και επομένως κάθε καταφυγή στην τέχνη ή στην ανώτερη – νόμιμη– κουλτούρα. Η "απλότητα" είναι εμπεδωμένη ως στάση ζωής, αισθητική πρακτική, στις λαϊκές τάξεις, αδιαχώριστη από ένα ελλειμματικό πολιτισμικό κεφάλαιο που απορρίπτει χωρίς νόημα ή αξία στους δικούς τους κοινωνικούς κόσμους τις πολιτισμικές εμπειρίες αυτού του είδους (θεωρούμενες δύσκολες, δυσνόητες, πειραματικές, επεξεργασμένες και εκλεπτυσμένες).

 Από την άλλη μεριά, και παράλληλα, η μικροαστική τάξη – που συνήθως περιλαμβάνει άτομα τα οποία έχουν πρόσφατα εξέλθει από μια κατώτερη ταξική ιδιότητα, επιχειρεί να επιδεικνύει σε κάθε περίσταση πολιτισμική ευπείθεια ή καλή θέληση, που εκφράζεται μέσω του άγχους να δείξει ότι κατανοεί την "υψηλή τέχνη" και ότι αποστρέφεται το "χυδαίο", το "λαϊκό γούστο" του "χοντροκομμένου" χιούμορ μιας επιθεώρησης, π.χ., ή, ακόμη χειρότερα, το "χαμηλό" επίπεδο μιας δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς του τύπου "τουρκικό σήριαλ". Το ίδιο άγχος εκφράζεται, επίσης, στην προσπάθεια ένταξης σε κανονιστικά πλαίσια και επιταγές πολιτιστικής κατανάλωσης, όταν π,χ, επιλέγεται αυτό που έχει προβληθεί από έγκριτους κριτικούς ως ποιοτικό βιβλίο, ταινία, θεατρική παράσταση.

 Τα ανώτερα στρώματα των ελίτ, έχοντας, ωστόσο, διασφαλίσει για τον εαυτό τους το προνόμιο της ιδιοποίησης της νόμιμης πολιτιστικής κουλτούρας και τους κανόνες του "πολιτιστικού παιχνιδιού", μπορούν με άνεση να εισέρχονται και να εξέρχονται χώρων που προσιδιάζουν περισσότερο στο λαϊκό γούστο. Συναυλίες του Ρέμου ή της Βίσση, έτσι, προορίζονται για να διασκεδάσουν μέλη της οικονομικής ελίτ – και κάποιους νεοεισερχόμενους, όπως Ρώσους και Σαουδάραβες κροίσους – και για να προσδώσουν σε κοσμικά γεγονότα κάποια αίσθηση ξέφρενης ανεμελιάς, περιφρόνησης προς τους κανόνες, υπέρβασης των ορίων, κυνισμού και χυδαιότητας που χαρακτηρίζει συχνά τα πολιτισμικά σύμπαντα των κυρίαρχων. (Αλλά αυτά είναι θέματα στα οποία θα επανέλθω με άλλη αφορμή από αυτή τη στήλη).

 Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι κάθε συζήτηση για πολιτικές πολιτισμού και ανάπτυξης, τόσο επίκαιρη στις μέρες μας, φαίνεται να αγνοεί τα ευρεία πληθυσμιακά στρώματα – με αυξητικές τάσεις, λόγω της οικονομικής κρίσης – κοινού, που όπως υπογραμμίστηκε παραπάνω, σε άλλο σημείο του κειμένου, είναι αδύνατον να εισέλθουν στο "παιχνίδι" περί της κουλτούρας. Ο "εκδημοκρατισμός" ως πολιτιστική πολιτική μεγάλων πολιτιστικών ιδρυμάτων και οργανισμών (βλ. π.χ. προγράμματα μουσειοπαιδαγωγικής) μπορεί να σημαίνει μια διορθωτική κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση, του πλησιάσματος, δηλαδή, και της εκπαίδευσης ή μύησης σε "δύσκολα" πολιτιστικά προϊόντα, με σκοπό ανάμεσα στα άλλα την άρση αποκλεισμών που παράγονται στη βάση της ελλειμματικής πολιτιστικής ικανότητας. Επίσης, όπως ανάφερα παραπάνω, αξίζει να σημειωθεί, για να μη θεωρηθεί παράλειψη, έστω και με μία νύξη, η εξαιρετική και ενδιαφέρουσα διασπορά πολιτιστικής παραγωγής και διαχείρισης σε μικρούς, άγνωστους, νέους, όχι τόσο ισχυρά θεσμικούς φορείς, που, συναποτελούμενοι από διαφορετικούς δρώντες, ενδέχεται να μπορούν να προσεγγίσουν με μεγαλύτερη ευελιξία τα "αδιάφορα" κοινά. Από την άλλη, παραμένουν οι περιορισμοί αυτών των εγχειρημάτων, τουλάχιστον αν θεωρήσουμε την πολιτιστική ικανότητα, το αισθητικό γούστο και τις προτιμήσεις ως ταξικό έθος, όπως σκιαγράφησα ως προβληματισμό στο παρόν άρθρο.

 Το ενσωματωμένο αυτό βιοτικό ύφος παραμένει τόσο ισχυρό, ώστε ακόμη και αν περάσει κάποιος σε ανώτερη κοινωνική θέση, λόγω αύξησης του εισοδήματός του, – όπως γενικότερα έχει υποστηριχτεί ότι συνέβη για τα μεσαία κοινωνικοοικονομικά στρώματα πληθυσμού στην Ελλάδα πριν την κρίση – ενδέχεται να σημειώνεται δυσαρμονία στην ανάπτυξη μιας αντίστοιχης πολιτιστικής ικανότητας.
Γι' αυτό εξάλλου, πολλά προϊόντα υψηλής πολιτιστικής αξίας που διακινούνται μέσω της τηλεόρασης – ενός μέσου, που ταυτίζεται συνήθως με τη "χυδαία" "μαζική κουλτούρα" –, σπανίως συγκινούν το ευρύ κοινό, εν τέλει τα λαϊκά στρώματα, που κατηγορούνται για τις χαμηλές τηλεθεάσεις με τις οποίες "ανταμείβουν" τα σχετικά προγράμματα (αν δεν αντιστρέφονται και πάλι οι όροι της συζήτησης και δεν κατηγορούνται τα "δύσκολα" προγράμματα ως δυσνόητα και ελιτίστικα).

 Επιλογικά, όχι για τη συζήτηση αυτή, αλλά για τα πλαίσια του παρόντος άρθρου, θα υπογραμμίσω την ίδια την αντίληψη και εννοιολόγηση του "ελεύθερου χρόνου", ως στοιχείου εμπεδωμένου στο βιοτικό ύφος των λαϊκών στρωμάτων. Γιατί, πράγματι, ο "ελεύθερος χρόνος" για το λαϊκό τρόπο, τις λαϊκές αξίες αλλά και ανάγκες, δεν θεωρείται ο χρόνος ο επενδυμένος σε γούστα και αισθητικές πρακτικές της "υψηλής τέχνης" και του αντίστοιχου "υψηλού" βιοτικού ύφους: είναι, είτε, ο χρόνος ξεκούρασης από "σκληρή δουλειά", είτε ο επενδυμένος σε μαστορέματα του σπιτιού, πλυσίματα χαλιών στις αυλές και μπουγάδες. είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων, στα λεγόμενα "μπάνια του λαού", το γνωστό πολιτικό σύνθημα της μεταπολίτευσης, δηλωτικό, ωστόσο, και μιας διττής διαδικασίας που μετήλθαν τα λαϊκά στρώματα. Από τη μια, άνοιγμα στα λαϊκά αιτήματα, εκδημοκρατισμός και ελευθερίες, από την άλλη, εγκλωβισμός στα δεσμά ενός μίζερου, και αποστερημένου βιοτικού ύφους, ικανού να τους αποστερεί, επίσης, από την πίστη στην αξία και την επένδυση στο πολιτιστικό διακύβευμα. Άρα να τους ορίζει, εν τέλει, ως το παθητικό σημείο (ο "λαός", το "λαϊκό" ) ενάντια στο οποίο κατασκευάζεται η "κουλτούρα" και όλα όσα της προσιδιάζουν.

[9/8/2014]

Σημειώσεις
[1] Μπορεί κανείς να αναζητήσει στο διαδίκτυο πληροφορίες σχετικές με την επιστολή, την αντιπαράθεση, άρθρα που γράφτηκαν σχετικά, σχόλια, απαντήσεις επί απαντήσεων σε μια σειρά από εφημερίδες και ιστότοπους, κατά το τρέχον χρονικό διάστημα. Αναφέρω ενδεικτικά «Η πολιτιστική πολιτική και τα πρατήρια καυσίμων», άρθρο της Πόλυς Κρημνιώτη στην Αυγή, (10/7), με ειρωνικές αναφορές στην βουλευτή και τις αξιώσεις της ή του Γιώργου Βέλτσου στο Βήμα, με τίτλο «Τζουράσικ Παρκ» (20/7). Αξίζει να σημειωθεί η κυνική παραδοχή του τελευταίου για το «κοινό» που εν τέλει «δεν υπάρχει»... «ό,τι υπάρχει από αυτή την αδιαφοροποίητη μάζα πειραγμένων θεατών είναι σημαδεμένο από την πρωινή «ζώνη» της τηλεόρασης και τη ζώνη στην παντελόνα του Ρουβά πέρυσι στις Βάκχες». Μια διατύπωση εκφραστική των τρόπων και του ύφους των συμβολικών αγώνων γύρω από τη νόμιμη κουλτούρα, στους οποίους αναφέρομαι στο δικό μου άρθρο εδώ.

[2] Ενδεικτικά παραπέμπω εδώ, λόγω της πρόσφατης δημοσίευσής της, στη συζήτηση ιδεών στο Βήμα της Κυριακής 3/8/2014, από το ένθετο Νέες Εποχές, «Η άνθηση του πολιτισμού και η απουσία του κράτους», με αρθρογραφία ειδικών επιστημόνων αλλά και διαχειριστών πολιτισμού. Βλ. επίσης, γενικότερα, την πολύ πρόσφατη αναλυτική μελέτη, πλαισιωμένη από σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική θεωρία της Μυρσίνης Ζορμπά, Πολιτική του Πολιτισμού, Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, Αθήνα: Πατάκης, 2014.

[3] Αναφέρομαι στο κορυφαίο έργο του κοινωνιολόγου ierre Bourdieu, μεταφρασμένο στα ελληνικά, Η Διάκριση, Κοινωνική Κριτική της Καλαισθητικής Κρίσης, Αθήνα: Πατάκης (πρόλογος Νίκος Παναγιωτόπουλος). Το γενικότερο πλαίσιο της θεώρησής του, ενστερνίζομαι και αποτυπώνω στην παρούσα ανάλυση, με τους περιορισμούς βεβαίως και την οικονομία χώρου που επιβάλλει η ανάγκη ενός άρθρου.

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 

Ημερολόγιο Άρθρων

Μάιος 2017
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
1 2 3 4 5 6 7
8 9 10 11 12 13 14
15 16 17 18 19 20 21
22 23 24 25 26 27 28
29 30 31 1 2 3 4
Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017 - 09:10:26
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - online“Λαϊκό γούστο”, “λαϊκή κουλτούρα” και το “κοινό” των λαϊκών στρωμάτων Top of Page