Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΤα αστικά εμπορικά κέντρα ως “malls” και η σημειολογία της “Κυριακής”:

Τα αστικά εμπορικά κέντρα ως “malls” και η σημειολογία της “Κυριακής”:

AddThis Social Bookmark Button

emporikos-patratora1σημειώσεις για την καταναλωτική κουλτούρα και το μετασχηματισμό του λιανικού εμπορίου. της Δρ Βασιλική Παπαγεωργίου,

Κοιν. Ανθρωπολόγος, Επιστημονική συνεργάτης ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, Τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 Πώς γίνεται να ταράξει τη δημόσια αντιπαράθεση το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων κατά μερικές Κυριακές το χρόνο; Αναφέρομαι βεβαίως και στην πιο πρόσφατη εφαρμογή αυτού του μέτρου στις 2 Νοεμβρίου, κατά την οποία σε διάφορες πόλεις προκλήθηκαν επεισόδια. Στη Θεσσαλονίκη προπηλακίστηκαν και μάλιστα χτυπήθηκαν υποψήφιοι πελάτες/ καταναλωτές από τους εργαζόμενους εμποροϋπαλλήλους που διαμαρτύρονταν.

 hmΤι συνέβη στην Πάτρα; Εδώ το ενδιαφέρον αυτή τη φορά– όπως εκδηλώθηκε μάλιστα όχι μόνο στα παραδοσιακά μέσα (τοπικός τύπος) αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα–, κέρδισε η είδηση που αναπαρήχθη μαζί με την αντίστοιχη φωτογραφική απεικόνιση (που βλέπετε να συνοδεύει και το παρόν άρθρο), της κοσμοσυρροής σε εγκαίνια καταστήματος σουηδικής πολυεθνικής εταιρίας ένδυσης, ευρισκόμενου στον πλέον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, της Ρήγα Φεραίου, που έγιναν την προηγούμενη ημέρα. [1] Τα εγκαίνια είχαν τη μορφή μεγάλης έκτασης θεάματος, που περιλάμβανε και ανοιχτό πάρτυ έξω από το κατάστημα, παρουσία dj και δυνατής μουσικής.

 

  Είναι κοινός τόπος να διατυπωθεί και από εδώ για άλλη μια φορά ότι ο αστικός χώρος, και κυρίως το κέντρο, μετασχηματίζεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια και αυτή είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη. Αισθητικές παρεμβάσεις και αναπλάσεις, αλλαγές στη χρήση χώρων, αλλαγές στην αισθητική, στην οπτική εμπειρία, στη βίωση του χώρου και της καθημερινής δημόσιας παρουσίας σε αυτόν. Αλλά η εμπειρία του αστικού χώρου αναπόφευκτα είναι προδιατεθειμένη να συνδεθεί με το άνοιγμα των καταστημάτων την Κυριακή, μια, δηλαδή, (νέα) εμπειρία του αστικού χρόνου, όπως θα επιχειρήσω να δείξω.

emporikos-patratora1 Η "Κυριακή", με την οπτική ενός "περιεκτικού συμβόλου" (που παραπέμπει σε διάφορες συνδηλώσεις στενά συνδεδεμένες με το ελληνικό πολιτισμικό συμπεριέχον : αργία, ξεκούραση, οικογενειακή ζωή, συμμετοχή στα θρησκευτικά τελετουργικά...) έρχεται να διευρύνει το σημειολογικό/ σημασιολογικό της περιεχόμενο, καθώς εμπλέκεται ως κεντρικό διακύβευμα σύγκρουσης και αντιπαράθεσης σε έναν αγώνα γύρω από τη μορφή του λιανικού εμπορίου στον αστικό χώρο (που αποτυπώνονται χαρακτηριστικά στη μεταφορά από τη θρυλική ταινία «Ποτέ την Κυριακή», ως σύνθημα κινητοποίησης εμπόρων/ εμποροϋπαλλήλων). [2] Ο αγώνας αυτός είναι που αναπόφευκτα συνδέεται με τις συστηματικές αλλαγές στον αστικό χώρο όπως επισημάνθηκε, και οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν μέρος ευρύτερων μετατοπίσεων στην καταναλωτική κουλτούρα, την συγκρότηση υποκειμενικότητας, και τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου και πειθάρχησης του μετανεωτερικού υποκειμένου της νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας.

 Κατ' αρχήν ορισμένα πραγματολογικά δεδομένα. Το άνοιγμα των Κυριακών είναι εξόφθαλμα προσανατολισμένο στις υπηρεσίες των πολυκαταστημάτων πολυεθνικών εταιρειών. Αξίζει, βεβαίως, να σημειωθεί εδώ, ότι η πολιτική οικονομία της εξάπλωσης των πολυεθνικών στον ελληνικό χώρο οδήγησε στην κατάληψη πλέον, όχι μόνο των ζωνών στην περιφέρεια και τις παρυφές των πόλεων, αλλά και στην διείσδυση στη ζώνη του παραδοσιακού αστικού εμπορικού κέντρου. Η εμπειρική διερεύνηση εύκολα δείχνει ότι για την "Κυριακή" υπήρξε, όλο αυτό το διάστημα που εφαρμόστηκε το μέτρο, επιθετική πολιτική προσέλκυσης του καταναλωτικού κοινού, μέσα από συνεχείς διαφημιστικές προβολές (προσφορές τιμών, δώρα, happenings, events κ.λπ. που θα πλαισιώσουν την "Κυριακή"). Τα MME επίσης χρησιμοποίησαν πολλούς συγκαλυμμένους τρόπους ανάδειξης της νοηματικής ταύτισης "πολυκατάστημα: άνοιγμα την Κυριακή: συμφέρον για τον καταναλωτή", δια της επιβολής της ιδεολογίας της εικόνας.

 Επιπλέον, δίκην δημοσκόπησης, εύκολων και αθώων ερωτημάτων, πρότειναν την απλοϊκή εκδοχή τού «συμφωνείτε με το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές»; - με την επίκληση του δημοκρατικού δικαιώματος της ελευθερίας επιλογής. Προφανώς προβλήθηκαν οι θετικές, αφελείς/ συναινετικές απαντήσεις: στις στερεοτυπικές εκδοχές αυτού του είδους, ο καταναλωτής βρίσκει συμφέρουσες τιμές, ευκαιρίες, εξυπηρετούνται στις αγορές τους οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν κατά το υπόλοιπο μέρος της εβδομάδας λόγω φόρτου, ενώ και οι καταστηματάρχες βρίσκουν ανταπόκριση από το κοινό τους. Κατασκευάστηκε το ρητορικό σχήμα του καταναλωτικού κοινού που έχει δικαιώματα, και των εμπόρων που επωφελούνται από την συγκυρία, ως συμπληρωματικού δίπολου αμοιβαίων συμφερόντων. Στη συνέχεια εμπλουτίστηκε με τις άφθονες εικόνες, αφέλειας, χαράς, πανηγυριού που επένδυσαν νοηματικά την καταναλωτική "Κυριακή".

 Οι παρέχοντες υπηρεσίες λιανικού εμπορίου, στην κρίσιμη συγκυρία που πλήττονται, είναι παγιδευμένοι σε μια αδυναμία άρθρωσης λόγου. Εξάλλου, δεν είναι εφοδιασμένοι ιστορικά με το βαρύ συμβολικό κεφάλαιο συνδικαλιστικών αγώνων, όπως άλλες "προνομιούχες" σε αυτόν τον τομέα κοινωνικές/ επαγγελματικές ομάδες. Δεν προσφέρονται οι κινήσεις διαμαρτυρίας τους ούτε καν για γκλάμορους επικοινωνιακές πολιτικές, από τη μεριά των πολιτικών προσώπων που εκδηλώνουν κοινωνικές ευαισθησίες προς άλλες επαγγελματικές ομάδες. Ο μικρέμπορος αναπαρίσταται μονίμως ως "θύμα", με προβολή μεμονωμένων περιπτώσεων "θυμάτων", μακριά από συλλογικότητες. Κατά κάποιον τρόπο αποστερημένος από το δικαίωμα εκπροσώπησης και υποχρεωμένος να δέχεται λύσεις ατομικές («όποιος θέλει ανοίγει τις Κυριακές»,) καταδικασμένος στην οδύνη της περιφρόνησης του αποκλεισμού (όπως εκφράζεται στη ρητορική της καινοτομίας και της επιτυχούς επιχειρηματικότητας, η αποθέωση του νεοφιλελεύθερου λόγου/discourse για την ατομική ευθύνη). Συνεπώς, αυτά όλα δυσχεραίνουν τη θέση τους και καθιστούν αδύναμη την κοινή συμπόρευση όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με τους εμποροϋπαλλήλους που έχουν συχνά κοινή ταξική (με την Μπουρντιεϊκή θεωρητική προσέγγιση) θέση.

 Το λιανικό εμπόριο ακολουθεί τη γενικότερη τάση αποσάθρωσης και αναδιάταξης του εργασιακού τοπίου. Ορισμένα κεκτημένα – και εδώ μπορεί να συμπεριλάβουμε την ιστορικά διευθετημένη αργία της Κυριακής – λειτουργούν συμβολικά και ως όρια του «τι είναι μια σχέση εργασίας», ένα επάγγελμα, μια "δουλειά". Ο αγώνας για την διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων, συχνά, "βαπτίζεται" χλευαστικά "συντεχνιακός", "κοντόφθαλμος", αντιτιθέμενος στην σωτηριολογική ρητορική περί εκσυγχρονισμoύ της χώρας, προκειμένου να αποκρυφτεί το τι ακριβώς διακυβεύεται. Αντ' αυτού, ο νεοφιλελεύθερος λόγος ασκεί επιθετική συμβολική βία δια των λεκτικών ευφημισμών του, που έχουν ως σκοπό να "απαλύνουν" το περιεχόμενο της έννοιας της εργασίας: απασχόληση, υλοποίηση, δράση κ.ο.κ. είναι όροι που αφθονούν.

 Ακριβώς εδώ είναι που εντοπίζεται ένα μείζον ζήτημα σχετικά με την αναδιαμόρφωση του λιανικού εμπορίου. Οι υπηρεσίες λιανικού εμπορίου τείνουν να προσομοιάζουν ολοένα και περισσότερο σε υπηρεσίες ψυχαγωγίας, κατά το πρότυπο των πολυκαταστημάτων και των malls: πρότυπο στο οποίο θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί ολοταχώς και ο υπόλοιπος (παραδοσιακός με την ιστορική σημασία) κόσμος του λιανικού εμπορίου. Οι έμποροι και εμποροϋπάλληλοι "θύματα" προσκαλούνται να συμβάλλουν στην "θεαματικοποίηση" [3] των υπηρεσιών που προσφέρουν, προσθέτοντας έξι, εφτά ή περισσότερες Κυριακές εργασίας στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου. Προσκαλούνται να υιοθετήσουν νέες εργασιακές, (κατ' ευφημισμόν) αντιλήψεις, που εικονογραφούν τις υπηρεσίες λιανικού εμπορίου ως happening, με την ακραία εκδοχή της δράσης των "λευκών νυχτών".[4] Στα σημεία αυτά θα επανέλθω για περεταίρω σχολιασμό. Πριν, όμως, να αναπτύξω συνοπτικά το θέμα του αστικού χώρου και της ειδικής βαρύτητας που κατέχει σε αυτήν την συμβολική διεργασία αναδιάταξης του λιανικού εμπορίου που έθιξα.

 Ως ένας περίκλειστος χώρος, που αποδίδω εδώ με την μεταφορά του "mall", [5] το εμπορικό αστικό κέντρο, –στην περίπτωση της Πάτρας και άλλων μεγάλων πόλεων –, οριοθετημένο συμβολικά από χωρικές επεμβάσεις/αναπλάσεις (με χαρακτηριστική την περίπτωση των εκτεταμένων πεζοδρομήσεων) και άλλες αναδιατάξεις που οφείλονται στην παγκόσμια πολιτική οικονομία του εμπορίου και των εταιρειών, εγκαθιδρύει το αποστειρωμένο περιβάλλον (κατ' αναλογία, εικόνα και ομοίωση) του (πολυ) καταστήματος των πολυεθνικών εταιρειών τύπου "zara".

 Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο δημόσιος αστικός χώρος, καταλαμβάνεται από τα καταστήματα γνωστών πολυεθνικών, και επίσης επώνυμων αλυσίδων καφέ, ζαχαροπλαστείων κ.λπ. που δημιουργούν έναν οπτικό εθισμό στην ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενη διάταξη στο χώρο, αλλά και στην ομοιόμορφη αισθητική του χώρου. Παράλληλα, κατασκευάζει ένα νοητό κέντρο, μια ζώνη που θεσμοθετείται ως κατάλληλη για κατανάλωση, αποκλείοντας τον υπόλοιπο δημόσιο χώρο (που περιλαμβάνει άλλα, ανώνυμα συνήθως καταστήματα τα οποία καταδικάζει σε σταδιακή υποτίμηση στο αστικό εμπορικό κέντρο). Σε ένα τέτοιο εμπορικό κέντρο, η καταναλωτική πρακτική αποτελεί μέρος ενός σύνθετου παζλ δραστηριοτήτων κατανάλωσης ελεύθερου χρόνου και ψυχαγωγίας. Για τα μεσαία αστικά στρώματα κατασκευάζεται ένας φαντασιακός κόσμος του ανήκειν σε μια μετανεωτερική συνθήκη εφήμερης και θραυσματικής εμπειρίας.

 Ο αστικός χώρος, στην νέα τάση του περίκλειστου εμπορικού κέντρου, αποτελεί, δηλαδή, έναν μετασχηματιστικό παράγοντα καταναλωτικής συμπεριφοράς, δημιουργώντας ένα σκηνικό κατάλληλο για συγκεκριμένου τύπου επιτελέσεις ρόλων, λεκτικής και εξω- λεκτικής επικοινωνίας όσο και δημόσιας αυτοπαρουσίασης τόσο των καταναλωτών όσο και των εργαζομένων στο λιανικό εμπόριο. [6]

 Βάση αυτών των επιτελέσεων αποτελεί η υπαγωγή σε κοινούς κώδικες καταναλωτικής και όχι μόνο συμπεριφοράς, άρρητη και σιωπηλή συναίνεση σε νέους κώδικες συναλλαγής και επικοινωνίας, που – ας υπογραμμίσω – ενθαρρύνουν την τυποποιημένη αλληλόδραση κατά τη διαπροσωπική κοινωνικότητα. Για παράδειγμα οι πελάτες/καταναλωτές εξοικειώνονται με την χρήση του πληθυντικού ευγενείας στις συναλλαγές τους με το προσωπικό καταστημάτων, όσο και στην απρόσωπη σχέση που δεν ευνοεί την οικειότητα (κάτι που αποτελεί, αντίθετα, στοιχείο κλειδί στο παραδοσιακό λιανικό εμπόριο). Εξοικειώνονται, επίσης, με τα υπερβολικά συστήματα παρακολούθησης και ελέγχου που είναι εγκατεστημένα σε όλα τα καταστήματα πολυεθνικών του κέντρου και δέχονται αδιαμαρτύρητα τον έλεγχο στην είσοδο/ έξοδο κάθε φορά που θα χτυπήσει ο συναγερμός (που σημαίνει ένδειξη για κλοπή, αν και στην συντριπτική πλειοψηφία, αφού κανείς δεν θα διακινδύνευε να κλέψει υπό τέτοιο καθεστώς, αυτό οφείλεται σε ατέλειες του συστήματος απασφάλισης του εμπορεύματος στο ταμείο).

 Ο χώρος αυτός, τύπου mall, την ίδια στιγμή που περικλείει, εντάσσει – κυρίως τη μεγάλη μάζα των μεσαίων αστικών στρωμάτων – που αισθάνονται ότι "ανήκουν" εκεί, παράλληλα είναι και χώρος αποκλεισμού, ή τουλάχιστον προκύπτει ως τέτοιος. Είναι εκεί που το παρείσακτο, το διαφορετικό, το περιθωριακό δε βρίσκει θέση: είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση της Πάτρας, στο νοητό περίκλειστο εμπορικό της κέντρο, δεν απαντώνται εύκολα "διαφορετικοί" κάθε είδους, π.χ. επαίτες, τσιγγάνοι, πλανόδιοι πωλητές. Αυτοί "μετακινούνται" στην περιφέρεια του (μεταφορικού) "mall", ή έξω από αυτό.

 Ενώ η επιτέλεση ρόλων εγκαθιδρύει κοινά αποδεκτές ομοιόμορφες συμπεριφορές κοινωνικότητας (πώς να ενδυθεί και πώς να κινηθεί κάποιος στο χώρο, πώς να συνοδεύσει τα παιδιά του, να κάνει βόλτα το σκύλο του, κ.ο.κ.). Με μια στοιχειώδη όσμωση σε αυτό το περιβάλλον ο πελάτης-καταναλωτής αποκτά έξη (habitus) και ενσαρκώνει ασύνειδα κάποιες φορές τον κατάλληλο ρόλο και την αντίστοιχη συμπεριφορά: νιώθει έτσι, για παράδειγμα, πρέπον το να εκφράσει θαυμασμό και να δώσει κάποια χρηματική αμοιβή σε performers των πεζόδρομων, αλλά δεν αισθάνεται την ίδια άνεση να ελεήσει κακοπαθημένους σακάτηδες και τσιγγανοπαιδάκια, ή να συνομιλήσει με πλανόδιους πωλητές λαχείων – που έτσι κι αλλιώς σποραδικά εμφανίζονται στους χώρους αυτούς. Ευρεία στρώματα πληθυσμού, εξοβελίζονται από το δημόσιο χώρο του εμπορικού κέντρου, συχνά από συνειδητή επιλογή καθώς δεν είναι διατεθειμένα να προσαρμοστούν σε τέτοια μοντέλα χρήσης και οικειοποίησης του αστικού χώρου.

 Παράλληλα με τους καταναλωτές, η αναγκαία πειθάρχηση των εργαζομένων, συντελείται υπό την επιβολή μίας βαριάς ψυχοσωματικής βίας, ούτως ώστε να επιτελούν με τη σειρά τους (στα καταστήματα των εταιρειών πολυεθνικών) προσδιορισμένους ρόλους: σε αυτούς περιλαμβάνω κανόνες (ομοιόμορφης) εμφάνισης (χαρακτηριστική π.χ. η χρήση χριστουγεννιάτικου ή αποκριάτικου καπέλου στις εορταστικές περιόδους), συμπεριφοράς (υποχρέωση να μην εκδηλώνουν δυσαρέσκεια, να χαμογελούν, να μην μιλούν σε πελάτες που τυχόν γνωρίζουν), εξυπηρέτησης πελατών (να επαναλαμβάνουν συγκεκριμένες φράσεις, π.χ. την ερώτηση «μείνατε ευχαριστημένος από την εξυπηρέτηση;», με το πέρας της πώλησης στο ταμείο).

 Η μεταμόρφωση των ιστορικών εμπορικών αστικών κέντρων – όπως στην περίπτωση της Πάτρας – σε περίκλειστα κέντρα τύπου "malls", είναι απότοκος ενός ιστορικού και πολιτισμικού περάσματος από την εποχή της νεωτερικής κατανάλωσης στην εποχή της μετανεωτερικής κατανάλωσης και των αντίστοιχων υποκειμένων τους (νεωτερικό υποκείμενο, που εμφανίζεται από τις αρχές του 19ου αι. : μετανεωτερικό υποκείμενο, που διαδέχεται το προηγούμενο υπό την καταλυτική παρουσία αλλαγών και ανακατατάξεων στον παγκόσμιο χώρο κατά τις τελευταίες τέσσερις περίπου δεκαετίες). Στην πρώτη περίπτωση κατέχει θέση πρωταγωνιστική, θέση κύρους και αίγλης το παραδοσιακό μικρεμπόριο με την αστική εμπορική τάξη, που ιστορικά στις ελληνικές πόλεις καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του 19ου και του 20ου αιώνα: αυτή η αίγλη είναι χαρακτηριστικό ότι είναι ιδιαιτέρως επιθυμητή στην προβολή της ιστορικής φυσιογνωμίας και ταυτότητας της πόλης: όμως επινοείται με τους όρους μιας "μουσειακής" μνήμης και μεταφράζεται σε συγκεκριμένες πολιτικές πολιτιστικής διαχείρισης του δημόσιου αστικού χώρου.

 Το στοιχείο του παρελθόντος (π.χ. διατηρητέα και αναπαλαιωμένα νεοκλασικά κτίρια) εντάσσεται στο ομοιόμορφο περίκλειστο αστικό κέντρο με τρόπο που ενισχύει αυτήν ακριβώς την ομοιομορφία, και εξοβελίζει το συμβολικό ιστορικό και πολιτισμικό φορτίο του αστικού χώρου, τη μνήμη, την συλλογική ταυτότητα. Άλλοτε, δε, η μνήμη εξαφανίζεται, και διασπείρεται στο θολό τοπίο του μετανεωτερικού "mall" που περιέγραψα, όπως στο παράδειγμα των καταστημάτων πολυεθνικών εταιριών που στεγάζονται σε μνημειακά κτίρια του ιστορικού κέντρου της Πάτρας.

 Γιατί ακριβώς οι "συσκευασμένες", σκηνοθετημένες εμπειρίες αστικού χώρου που περιγράφηκαν στα προηγούμενα, εμπεριέχουν το στοιχείο της α- ιστορικότητας, και καθώς καθοδηγούν τα υποκείμενα σε συγκεκριμένου τύπου οικειοποιήσεις του χώρου, τα αποτρέπουν από βιωμένες αναστοχαστικές σχέσεις και συνάφειες με τον περιβάλλοντα δημόσιο χώρο.

 Νομίζω ότι σε τέτοιες συνθήκες, αναδιαμόρφωσης του αστικού χώρου, που σχετίζονται άμεσα με τις συνθήκες αναδιάρθρωσης του λιανικού εμπορίου (που είναι μάλλον κι αυτός ένας ευφημιστικός όρος, αφού πρόκειται για τάσεις που οδηγούν στον περιορισμό έως και εξαφάνιση μιας βασικής μορφής οικονομικής δραστηριότητας ιστορικά συνδεδεμένης με τον ελληνικό χώρο, της μικρής – οικογενειακής παλαιότερα συχνότερης μορφής – επιχείρησης λιανικού εμπορίου), ο αγώνας για την "Κυριακή" αποκτά μια πιο ιδιαίτερη και πιο ουσιαστική συμβολική νοηματοδότηση. Το ριζοσπαστικό αίτημα για το "δικαίωμα στην πόλη σήμερα" πρέπει να ξανα- (και επανα-) διατυπωθεί. Ως αίτημα επαναφοράς ενός δημόσιου αστικού χώρου στον οποίο εκτυλίσσονται τα σενάρια πραγματικών ζωών, οι μικροϊστορίες μας, και όχι οι α-ιστορικές εκδοχές θεάματος "συσκευασμένων" εμπειριών τύπου "mall". Θέτοντας επειγόντως τις προϋποθέσεις για απελευθέρωση της δυναμικής του αστικού χώρου, που η διαμόρφωση, ο συντονισμός και ο έλεγχός του, καθίστανται εκ νέου ένα από τα μείζονα διακυβεύματα του 21ου αιώνα.

[11/11/14]

Σημειώσεις
[1] Η φωτογραφία είναι του πατρινού φωτογράφου Οδυσσέα Ξεριζωτή.

[2] Βλ. την αφίσα από καμπάνια του εμπορικού συλλόγου Πάτρας που συνοδεύει το άρθρο.

[3] Δανείζομαι εδώ την έννοια της θεαματικοποίησης από την ανάλυση στη μελέτη του Δ. Δάλλα, Στον μικρόκοσμο του Mall, (βλ. και σημ.6), ως πολύ κατάλληλης για να αποδώσει τάσεις στις σύγχρονες μορφές εργασιακών σχέσεων στον εμπορικό κόσμο.

[4] "Λευκές Νύχτες" είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αποδοθεί η – υποτίθεται καινοτόμα – ιδέα για την τόνωση της αγοράς και την προσέλκυση του ενδιαφέροντος τού κοινού, μέσα από τη ζωντανή λειτουργία του εμπορικού κέντρου των πόλεων (που το υλοποίησαν) κατά τις νυκτερινές ώρες. Ο αστικός χώρος μεταμορφώθηκε μέσα από κατάλληλη σκηνοθεσία που περιλάμβανε συμμετοχή του κοινού σε δράσεις, καλλιτεχνικά γεγονότα και πολιτιστικές εκδηλώσεις κ.λπ.

[5] Malls ονομάζονται τα περίκλειστα, στεγασμένα κέντρα κατανάλωσης και χώροι ποικίλων δραστηριοτήτων που άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τη δεκαετία του '60 στις παρυφές των μεγαλουπόλεων προκειμένου να ανταποκριθούν στο φαινόμενο της έντονης προαστιοποίησης του πληθυσμού. Μία πραγματικά έξοχη και θεωρητικά πλαισιωμένη μελέτη και έρευνα για τα Malls είναι του Δημήτρη Λάλλα, Στον μικρόκοσμο του Mall (2012, εκδ. Νησίδες) με επικέντρωση στην περίπτωση του Αθηναϊκού Mall.

[6] Για την κατανάλωση ως πολιτισμική διαδικασία υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία από τη σκοπιά της πολιτισμικής και κοινωνικής θεωρίας και αναφορά σε αυτήν θα ξεπερνούσε κατά πολύ τους περιορισμούς του άρθρου. Ενδεικτικά, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω εδώ σε κάποιους τίτλους βιβλίων που κυκλοφορούν μεταφρασμένα από ελληνικές εκδόσεις. Αναφέρω το διάσημο και κλασσικό έργο του γάλλου κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ, Bourdieu P., Η διάκριση, Πατάκης, 2006, στο οποίο η κατανάλωση διασυσχετίζεται με το ταξικό έθος και γούστο και με τις σχέσεις κυριαρχίας/ εξουσίας. Για μια εξοικείωση με ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της κατανάλωσης συστήνεται ο συλλογικός τόμος Υλικός Πολιτισμός, η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων (επιμ. Ε. Γιαλούρη ), εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012. Θεωρητικοί όπως ο Ζαν Μπωντριγιάρ (βλ. π.χ. το έργο του Η καταναλωτική κοινωνία) ή ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν (Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι) είναι εξάλλου γνωστοί (και στο ελληνικό κοινό), για την ενασχόληση τους με την καταναλωτική κοινωνία, την καταναλωτική ταυτότητα ή τις καταναλωτικές πρακτικές, χρήσεις και ιδιοποιήσεις αγαθών.

[7] Βλ. το έργο του μαρξιστή κοινωνιολόγου Ανρί Λεφέβρ το Δικαίωμα στην πόλη: Χώρος και Πολιτική, και επίσης σχετικά τις σκέψεις που διατυπώνονται σε παλαιότερο άρθρο μου από εδώ (http://www.independent.gr) «Από την αναγέννηση στο μαρασμό: το αστικό τοπίο σε κρίση και το δικαίωμα στην πόλη σήμερα».

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 

Ημερολόγιο Άρθρων

Ιούνιος 2017
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
29 30 31 1 2 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30 1 2
Δευτέρα, 26 Ιουν. 2017 - 02:35:06
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΤα αστικά εμπορικά κέντρα ως “malls” και η σημειολογία της “Κυριακής”: Top of Page