Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΤζάνγκο, μαύρη φυλή και δουλεία

Τζάνγκο, μαύρη φυλή και δουλεία

AddThis Social Bookmark Button

dj 2454514b-7001/3/2013 Δρ.Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος - Κοιν.Ανθρωπολόγος.  Zητήματα αναπαράστασης στον κινηματογράφο.

Με αφορμή την ταινία του Ταραντίνο «Τζάνγκο, ο τιμωρός», θα ασχοληθεί η σημερινή στήλη με το ζήτημα της αναπαράστασης στον κινηματογράφο, ειδικότερα, δε, εστιασμένης στη φυλή και την ιστορία.

Όπως θα φανεί στα επόμενα, το παρόν σημείωμα δεν αποτελεί μια κριτική κινηματογράφου με τη συμβατική έννοια, αλλά περισσότερο επιχειρεί να αναδείξει σημεία συζήτησης, κριτικής προσέγγισης και προβληματισμού εκεί που μια πρώτη ματιά ή ανάγνωση θα προσπερνούσε αδιάφορα.

   Το Τζάνγκο (μια κινηματογραφική παραγωγή που παραπέμπει σε μια κατηγορία βίαιων σπαγκέτι γουέστερν εκδίκησης που εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, με τον ομώνυμο μάλιστα ήρωα πρωταγωνιστή) προβλήθηκε μάλλον υπερβολικά, συζητήθηκε έντονα και προκάλεσε αίσθηση στο κοινό. Κυρίως, λόγω του είδους (κατά βάση σπαγκέτι γουέστερν αλλά μπορούμε να ανιχνεύσουμε και την υβριδική συνύπαρξη πολλών κινηματογραφικών αναφορών), την ιδιαίτερη ωμότητα των σκηνών βίας, του ευρηματικού σεναρίου και διαλόγων ή των χαρακτήρων, του δυνατού καστ, του περίεργου χιούμορ, της ιστορικής ακρίβειας κ.λπ. Πολυάριθμες κριτικές ανέδειξαν το Τζάνγκο ως μία χαρακτηριστική "Ταραντίνο" δημιουργία, επιχειρώντας συγκρίσεις με προηγούμενες δουλειές του, σε μια γκάμα που ποικίλε από τους πιο επιφυλακτικούς και αμφισβητίες αναλυτές ως αυτούς που την αποθέωσαν ως κορυφαία.

   Παρ' όλα αυτά, ο απόηχος μιας αντιπαράθεσης που ξεκίνησε στην Αμερική σχετικά με το θέμα της ταινίας έφτασε στη χώρα μας αρκετά εξασθενημένος, ίσως λόγω της έλλειψης ενός αντίστοιχου ενδιαφέροντος (ή των προϋποθέσεων που θα το δημιουργούσαν) εδώ.
   Στον πυρήνα της διαμάχης ήταν ο τρόπος που πραγματεύτηκε ο Ταραντίνο μια κορυφαία ιστορική περίοδο όσο αυτή της δουλείας (βρισκόμαστε στον Αμερικανικό νότο λίγα χρόνια πριν από τον εμφύλιο πόλεμο), με σημείο αιχμής και κύριο διακύβευμα την αναπαράσταση της μαύρης φυλής.2 Χαρακτηριστική η δημόσια δήλωση του γνωστού μαύρου σκηνοθέτη Σπάικ Λι ότι δεν θα έβλεπε μια τέτοια προσβλητική απέναντι στους πρόγονούς του ταινία, και ότι η δουλεία ήταν ένα «ολοκαύτωμα» κι όχι ένα σπαγκέτι γουέστερν, όπως το παρουσιάζει ο Ταραντίνο.
   Με αυτούς τους όρους, έτσι, τίθεται ως διακύβευμα το «ποιος έχει τελικά δικαίωμα να μιλάει για λογαριασμό και εξ' ονόματος αυτών που έχουν καταδυναστευτεί» (προβληματισμός ευρύτερος που αφορά τις φιλμικές αναπαραστάσεις των ιδιαίτερων ομάδων, των μειονοτήτων και των ιθαγενών θυμάτων της αποικιοκρατίας, των μεταναστών, ή ακόμη των γυναικών...) Μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να το κάνει αυτό ένας λευκός σκηνοθέτης και, μάλιστα, χρησιμοποιώντας ένα κινηματογραφικό είδος ανορθόδοξο (και μια μάλλον μεταμοντέρνα αισθητική και προσέγγιση θα τολμούσα να πω) με τον κίνδυνο να αγγίξει τα όρια της διακωμώδησης του θέματος;
Ακριβώς μία από τις κριτικές που ασκήθηκαν (κυρίως από μέλη της μαύρης κοινότητας), ήταν η πρόχειρη και επιπόλαιη ενασχόληση του Ταραντίνο με μια τραγική ιστορική περίοδο, που φαίνεται τελικά να εξυπηρετεί τους σκοπούς του σκηνοθέτη (ανάδειξη της συγκεκριμένης φόρμας του σπαγκέτι γουέστερν και των υβριδικών προσμείξεών του) και όχι τις ανάγκες δικαίωσης ή πολιτικής εκπροσώπησης της μαύρης φυλής. Αυτό αποδεικνύει η υπερβολική χρήση βίας στην ταινία αλλά και η επίσης υπερβολική χρήση της – υποτιμητικής και εξαιρετικά προσβλητικής σήμερα για τους ίδιους – ονομασίας "nigger".
   Άλλες κριτικές κατευθύνθηκαν προς τον τρόπο που "στήνει" ο Ταραντίνο τον πρωταγωνιστή του έργου. Ο Τζάνγκο είναι ένας μαύρος ξεχωριστός, ένας αξιοθαύμαστος για την τόλμη του ήρωας, που δρα όμως μόνος του, δίπλα σε αδύναμους και υποταγμένους σκλάβους. Ό, τι ηρωικό και αξεπέραστο κατορθώνει είναι η εξαίρεση: αυτή, εξάλλου, η αναπαράσταση βρίσκεται σε συμφωνία με τον κυρίαρχο συμβολισμό της "προόδου" των αφροαμερικάνων σε όλα τα πλαίσια της κοινωνικής ζωής: τα παραδείγματα των εξαιρετικά επιτυχημένων όπως ο Μπάρακ Ομπάμα, προβάλλονται με απλοϊκό τρόπο ως επιχειρήματα της υπέρβασης της αλλοτινής υποτέλειας.
Γενικότερα, ο ρεαλισμός που – όπως ισχυρίζεται ο ίδιος – υπηρετεί ο Ταραντίνο στην ταινία του, υπονομεύεται από τα όρια που θέτει η ίδια η μορφή της: έτσι, για παράδειγμα, η φετιχοποίηση της βίας ή οι αστείοι διάλογοι των μελών της Κου Κλουξ Κλαν αντιφάσκουν με τη σοβαρότητα του θέματος. Ενδιαφέροντα και αξιοπρόσεχτα σημεία (όπως κατά τη γνώμη μου ο χαρακτήρας του δούλου επιστάτη – τον υποδύεται έξοχα ο Σάμιουελ Τζάκσον – που έχει εσωτερικεύσει την υποτέλεια και την κυρίαρχη οπτική των λευκών αφεντικών), υποτάσσονται στην ιδιαιτερότητα της ταινίας, με τον θεατή – καταναλωτή βίας – να δυσκολεύεται να αναστοχαστεί πάνω σε ευρύτερα πλαίσια αναφοράς. Εν τέλει, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, ο Ταραντίνο επιβάλλει τη δική του "λευκή" ματιά, τις δικές του εκδοχές για την "αυθεντικότητα" και ταυτότητα της μαύρης φυλής.

   Επεκτείνοντας τώρα τη σχετική συζήτηση, σημειώνω ότι, κατ' αρχήν, μπορεί να ενταχτεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης γύρω από το χολιγουντιανό και κυρίαρχο σινεμά. Δε θα πρωτοτυπούσα, αν υπενθυμίσω εδώ, ότι τόσο για τους μαύρους όσο και για τις άλλες μειονότητες όπως οι Λατίνοι ή οι Ινδιάνοι αυτόχθονες, επιφυλάσσεται μια μάλλον περιθωριακή θέση, είτε αυτό αφορά στην προβολή της εικόνας και της ιστορίας τους, είτε τον περιορισμό τους σε τυποποιημένους ρόλους και τις μειωμένες πιθανότητες να κάνουν καριέρα. Η υπαγωγή του κινηματογράφου στους θεσμικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της βιομηχανίας του Hollywood καθορίζει τις προτεραιότητες σε μια σειρά επιλογών όπως θεματολογία, απονομές βραβείων Όσκαρ, προβολή και ανάδειξη ηθοποιών κ.λπ. Εξάλλου, η κυριαρχία του "λευκού" στοιχείου παραμένει και στους επικεφαλής των στούντιο.

   Σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προβληματική γύρω από ζητήματα αναπαράστασης στα μέσα μαζικής κουλτούρας των υποδεέστερων/ κυριαρχούμενων, αναδείχτηκε έντονα μέσα από θεωρητικές συζητήσεις και επεξεργασίες στις κοινωνικές επιστήμες, ειδικότερα δε τις πολιτισμικές σπουδές, τις σπουδές επικοινωνίας κ.λπ. Έτσι, με τον εμπλουτισμό του πεδίου της αναπαράστασης, η παραγωγή, διακίνηση και κατανάλωση συμβόλων και νοημάτων μπαίνουν στο επίκεντρο ως πολιτισμικές διαδικασίες στο πλαίσιο της πολιτισμικής επικοινωνίας στην οποία συμμετέχουν ενεργά οι εμπλεκόμενοι δρώντες. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία δεν είναι πολιτικά και ιδεολογικά ουδέτερη. Προβληματισμός τίθεται σχετικά με τον έλεγχο του λόγου των υποδεέστερων, την διαχείριση της φωνής των "άλλων" και την αδυναμία να αρθρώσουν δικό τους λόγο, τις πολιτικές συνέπειες συγκεκριμένων τρόπων αναπαράστασης ταυτοτήτων, ιστορικών περιόδων και συμβάντων, τις σκοπιμότητες, τις συγκρούσεις και τα συμφέροντα.
   Εν κατακλείδι, θα επισημάνω ξανά μια στοιχειώδη παραδοχή. Καμία αναπαράσταση στην τέχνη ή τη μαζική κουλτούρα (είτε μιλάμε για κινηματογράφο, είτε για τηλεόραση, ή άλλο είδος) δεν είναι ουδέτερη πολιτικά, "αθώα", με μια έννοια, όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη. Οι δημιουργοί (επώνυμοι και μη, ισχυροί και ανίσχυροι) είναι "τοποθετημένοι" στο πεδίο της τέχνης που υπηρετούν. Ο θεατής, ως καταναλωτής πολιτιστικού προϊόντος, συμμετέχει, (ασυνείδητα πολλές φορές) αποκωδικοποιώντας νοήματα και εντάσσοντάς τα στα δικά του πλαίσια αναφοράς. Υπό αυτή τη σκοπιά, η υιοθέτηση μιας πιο διεισδυτικής ματιάς και κριτικής προσέγγισης διευρύνει τα όρια τής συμμετοχής του στο κινηματογραφικό – εν προκειμένω – προϊόν, και, περεταίρω, εμπλουτίζει την ικανότητα κατανοήσεων του παρόντος και αναστοχασμού πάνω στον δικό του, οικείο κόσμο.

Σημειώσεις
1. Αναφέρω επιγραμματικά το θέμα: ο Τζάνγκο, ο πρωταγωνιστής μαύρος σκλάβος του έργου, περιφέρεται στην Άγρια Δύση μαζί με έναν Γερμανό πρώην οδοντογιατρό και κυνηγό επικηρυγμένων, ψάχνοντας τη γυναίκα του που κρατείται σκλάβα στη φυτεία ενός γαιοκτήμονα δουλεμπόρου. Στο τέλος την απελευθερώνει παίρνοντας σκληρή εκδίκηση.
2. Η έννοια της φυλής, με ευθείες αναφορές στη βιολογία και τη γενετική, είναι προβληματική, και έχει δεχτεί έντονη κριτική από τους κοινωνικούς επιστήμονες σχετικά με την καταλληλότητα τής χρήσης της στις θεωρητικές επεξεργασίες. Εδώ χρησιμοποιείται για να διευκολύνει την ανάλυση, καθώς – υπό προϋποθέσεις – η προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από τις μορφές που αυτή εμφανίζεται (φυλή, εθνοτική ομάδα, μειονότητα κ.λπ.), είναι αναγκαία για την ανάδειξη τόσο του ιστορικού πλαισίου που τη συγκροτεί όσο και των σχέσεων ανισότητας που απορρέουν από τις σχετικές κατηγοριοποιήσεις.
3. Αξίζει να γίνει μια ελάχιστη μνεία στον Stuart Hall, εμβληματική φυσιογνωμία που συνδέεται με τον κλάδο των πολιτισμικών σπουδών στη Μ. Βρετανία και ασχολήθηκε σε βάθος με τις αναπαραστάσεις της μαύρης φυλής στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Το όνομά του συνδέεται με το Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών του Birmingham (Centre for Contemporary Cultural Studies – CCCS), όπου ανέπτυξε μια εξαιρετική δράση, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, προωθώντας ένα ευρύτατο σώμα ιδεών και νέων κατευθύνσεων και την παραγωγή ενός μεγάλου όγκου ερευνών και εκδόσεων.

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 
Πέμπτη, 23 Μαρ. 2017 - 14:11:59
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΤζάνγκο, μαύρη φυλή και δουλεία Top of Page