Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΚαραγκιόζης vs Mount Olympus, ή ο Φαμπρ που μας έφυγε

Καραγκιόζης vs Mount Olympus, ή ο Φαμπρ που μας έφυγε

AddThis Social Bookmark Button

karagiozis-fabreγράφει η: Δρ Βασιλική Παπαγεωργίου

 Κοιν. Ανθρωπολόγος
Επιστημονική Συνεργάτης
ΤΕΙ Ιονίων Νήσων,
Τμ. Ψηφιακών Μέσων & Επικοινωνίας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Υπήρξε ο Γιαν Φαμπρ κατάλληλη επιλογή για το Φεστιβάλ Αθηνών, ή ποιος είναι, τέλος πάντων, ο κατάλληλος γι’ αυτήν τη θέση; Θέλουμε εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια; Φεστιβάλ Ελληνικό ή Διεθνές; Ορισμένα από τα ερωτήματα που αποτέλεσαν τον πυρήνα μιας – σταθερής, πλέον, τα τελευταία χρόνια – συζήτησης που έχει διαμορφωθεί γύρω από τα πολιτιστικά μας πράγματα.

Οι έριδες σχετικά με την ταυτότητα των πολιτιστικών θεσμών και δομών, περιβάλλουν το σημερινό τοπίο πολιτιστικής πολιτικής στην Ελλάδα. Έχει διατυπωθεί από πολλούς μια κυρίαρχη θέση που υποστηρίζει ότι χρειάζεται να μεταβούμε σε ένα νέο μοντέλο πολιτιστικής διαχείρισης, που να ανταποκρίνεται σε ανανεωμένες ιδέες, που να απομακρύνεται από το κράτος, και το παραδοσιακά ενσωματωμένο μοντέλο του κρατικοδίαιτου πολιτισμού, να είναι πιο ανοιχτό σε ανθρώπους και οράματα. [1]

Στα ελληνικά πράγματα, η παραπάνω αντιπαράθεση εκφράζεται και οργανώνεται συμβολικά γύρω από το δίπολο “ελληνικό” / “ευρωπαϊκό”, το οποίο ταξινομεί και άλλες αντιστίξεις: εσωστρέφεια / εξωστρέφεια, επαρχιωτισμός /κοσμοπολιτισμός, συντηρητικό/ πρωτοποριακό κ.ο.κ. Στο ίδιο πνεύμα, τα πολιτιστικά αγαθά, είναι απλοϊκά, για εντόπιο κοινό, ή το αντίθετο πειραματικά, ρηξικέλευθα, με αναφορές πολυπολιτισμικότητας.

Η διχαστική και συγκρουσιακή αυτή λογική είναι ιστορικά εμπεδωμένη στις πολιτισμικές μας δομές. Οποιαδήποτε συζήτηση ανοίγει γύρω από ζητήματα ταυτότητας, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ξέχωρα από αυτήν την ιδιαίτερη σχέση της Ελλάδας με την “Ευρώπη”, τη “δύση”, ως καταστατική οργανωτική αρχή συγκρότησης της νεοελληνικής ταυτότητας: στον κυρίαρχο λόγο το εκσυγχρονισμένο πρόσωπο της Ελλάδας στρέφεται προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, και είναι θετικά σημασιοδοτημένο. Η εικόνα της παραδοσιακής Ελλάδας, που παραπέμπει στα ελαττώματα της ανατολίτικης, οθωμανικής κληρονομιάς, η συμβολική φιγούρα ενός “καραγκιόζη”, μας είναι οικεία, αλλά και μας στοιχειώνει. Μας στοιχειώνει ως κάτι που δεν πρέπει να φαίνεται. Κατάλληλη για κριτική, ειρωνική ενδοσκόπηση. Η Ευρώπη μας καθορίζει και γίνεται το μέτρο και ο άξονας γύρω από τον οποίο τοποθετούμαστε. Ενίοτε, για τις περιπτώσεις όπου το “οικείο” είναι αυτό που υπερασπιζόμαστε, τότε και η Ευρώπη είναι αυτή την οποία περιγελάμε και ειρωνευόμαστε. Και πάλι όμως αναγνωρίζοντας την υπεροχή της, και υπαινισσόμενοι την αίγλη την οποία φέρει το “ξένο”. [2]

Έτσι, στις πρόσφατες διενέξεις σχετικά με τους επικεφαλής πολιτιστικών οργανισμών, (π.χ. η περίπτωση του Ολιβιέ Ντεκότ, του Γάλλου νέου διευθυντή στο Μουσείο Μπενάκη), ως ένα νέο προσόν συνεκτιμάται ο “κοσμοπολιτισμός”. Επιπλέον, εξάλλου, σε μια σειρά από τομείς κρίσιμους, όπως η ανώτατη εκπαίδευση ή η οικονομία, οι “σοφοί ξένοι” είναι αυτονόητο ότι είναι πιο κατάλληλοι για να προσφέρουν λύσεις, και αν δεν είναι αμιγώς “ξένοι”, ας είναι τουλάχιστον Έλληνες του εξωτερικού.

Στην περίπτωση του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, την πιο “γειωμένη” επιλογή του Γιώργου Λούκου (Έλληνας με θητεία στο εξωτερικό), διαδέχεται η, από την αρχή της, τολμηρή επιλογή του Γιαν Φαμπρ: εδώ μιλάμε για έναν κατεξοχήν εκπρόσωπο της “ιδιόρρυθμης προσωπικότητας” στον κόσμο της τέχνης, κάτι που συνιστά προσόν, βέβαια, στο συγκεκριμένο πεδίο, παρά ελάττωμα. Τα μεγάλα ονόματα στο χώρο της τέχνης αναπαράγουν το συμβολικό τους μέγεθος ακριβώς με την ιδιορρυθμία τους και με την αξίωση απόστασης, από τα απλά, ταπεινά, υλικά πράγματα: έτσι και η ρητή διατύπωση του Φαμπρ «δεν είμαι διευθυντής αλλά curator» (που υπονοεί την άρνηση του υποβιβασμού που συνεπάγεται η ενασχόληση με τεχνικά/διοικητικά ζητήματα σε αντίθεση με τα αποκλειστικά καλλιτεχνικά).
Στο πλαίσιο της αποστασιοποίησης του “ιδιαίτερου” καλλιτέχνη, ο ίδιος μέσω των δηλώσεών του στα μέσα (αυτο) παρουσιάζεται με εύλογη την άγνοιά του: ναι, δεν μπορεί να γνωρίζει τα της Ελλάδας. Δεν ταιριάζει σε μια τόσο ξεχωριστή καλλιτεχνική προσωπικότητα να λάβει υπόψη της οτιδήποτε έχει σχέση με πλαίσια: ο κυνισμός – που παραπέμπει στην απόλυτη, άνευ ορίων εξουσιοδότηση –, φτάνει στο σημείο περιφρόνησης των ελληνικών παραγωγών (στο προ ημερών εξαγγελθέν πρόγραμμα) με την προσποιητή αφέλεια της γνώσης του δικού του κόσμου («Μα το Βέλγιο είναι η πατρίδα μου και η χώρα που γνωρίζω», όπως είπε σε σχετικές δηλώσεις του).

fabreΗ επιλογή Φαμπρ, έφερε ως συνέπεια την σχεδόν σύσσωμη (και κατά κάποιον τρόπο απροσδόκητη) αντίδραση του καλλιτεχνικού κόσμου και στο προσκήνιο μια σειρά αιτημάτων και διατυπώσεων του αυτονόητου (σχετικά με την απουσία των ελληνικών συμμετοχών, το μονοπώλιο ενός βελγικού κατ’ ουσίαν φεστιβάλ κ.λπ.). Η στάση αυτή και η επιχειρηματολογία των Ελλήνων καλλιτεχνών μεγεθύνθηκε στα μίντια ως “κραυγές” ανίκανων να προσέλθουν σε διάλογο δρώντων, κακόπιστων και συμφεροντολόγων, σε αντιπαράθεση με το πνεύμα αυτοθυσίας και ανοιχτότητας του νέου διευθυντή.

Εν τέλει, ο Φαμπρ, δύο περίπου μήνες από την ανάληψη της θέσης, παραιτείται (στις 2 Απριλίου, αφότου ανακοίνωσε το πρόγραμμα για το επικείμενο Φεστιβάλ που ξεσήκωσε και θύελλα αντιδράσεων), αλλά ξέροντας πολύ καλά τους κανόνες του παιχνιδιού στον κόσμο της τέχνης, φροντίζει να δείξει ρητά ποιος είναι αυτός που τους ορίζει. Δηλώνει, λοιπόν, στη μεγάλη βελγική εφημερίδα L'avenir: «Αποδέχθηκα την εντολή που μου έδωσε ο Έλληνας υπουργός πολιτισμού, υπό την προϋπόθεση να γίνουν οι καλλιτεχνικές επιλογές μου με πλήρη ελευθερία. Αυτό φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει στην Ελλάδα. Δεν θέλω να εργαστώ σε ένα εχθρικό καλλιτεχνικό περιβάλλον στο οποίο εγώ ήρθα μ' ανοιχτό μυαλό και καρδιά». Μια επιτέλεση της περιφρόνησης και της ασέβειας του καλλιτέχνη, μέσα σε λιτές ανακοινώσεις. Ένας ειρωνικός χλευασμός του, που υπαινικτικά (αναφέρεται σε και) στιγματίζει την ελληνική επαρχιώτικη εσωστρέφεια και την ελλειμματική ευρωπαϊκότητα που μας προσάπτεται διαχρονικά.

Στο καθαρό πολιτικό επίπεδο, η σύγκρουση, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας δισημικής αντίστιξης, αποτυπώθηκε με τα πολιτικά πρόσωπα ή τους δημοσιογράφους και κριτικούς από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, να διατάσσονται αντίστοιχα: αριστεροί φιλοκυβερνητικοί υπερασπίστηκαν τον Φαμπρ και έψεξαν τα εσωστρεφή, επαρχιώτικα (έως και εθνικιστικά κατονομάστηκαν) αντανακλαστικά των πολέμιών του. Δεξιοί επικαλέστηκαν το ξενόφερτο έθος, την προσβολή και την χυδαιότητα, και όχι πρωτοπορία, που αναγνώρισαν σε ορισμένα έργα του.[3] Ενδιαφέρουσα και συμβατή με τις πάγιες ιδεολογικές θέσεις του κομμουνιστικού κόμματος, η πεποίθηση ότι η εισαγωγή καινοτομιών μέσω «του βαθιά κατεστημένου μεταμοντέρνου Φαμπρ», σκόπιμα συντείνουν στην δημιουργία ενός κοινού παραδομένου «στις κίβδηλες αξίες και το παρακμιακό γούστο της αστικής τάξης, στην καπιταλιστική βαρβαρότητα» [4]

fabre-1Τι απέμεινε, στο τέλος, από αυτήν την σύγκρουση; Τι απέμεινε από την παράσταση/ performance “Mount Olympus” (“παλλόμενα πέη” μετωνυμικά και σκωπτικά αποκλήθηκε στα μέσα, εξ’ αιτίας της πιο φορτισμένης τολμηρής σκηνής της), που τόσο πολύ συζητήθηκε; Αν θεωρήσουμε το “Mount Olympus” δείγμα σύγχρονης, πειραματικής, πρωτοπόρας, υψηλής τέχνης, θα πρέπει και να προβληματιστούμε για τις ανάγκες διάχυσης του πολιτιστικού αγαθού. Η μεγάλη μάζα του κόσμου/ κοινού, αισθάνεται (όπως είναι διατυπωμένο στη δουλειά του Μπουρντιέ, σχετικά με τις προδιαθέσεις στην καλαισθητική κριτική και το γούστο) [5] ότι, «αυτά δεν είναι για εμάς», στάση αμυντική απέναντι στην υψηλή τέχνη, που όσο απομακρύνεται από το “απλοϊκό” γούστο, τόσο καταδικάζει στην πολιτιστική αποστέρηση. Τα δύσκολα, πειραματικά, προχωρημένα αλλά και πολύωρα θεάματα που προτείνουν καλλιτέχνες όπως ο Φαμπρ, απαιτούν το αντίστοιχα εξοικειωμένο κοινό, το οποίο καταναλώνοντας τέχνη παράγει πρόσθετο συμβολικό και κοινωνικό “κεφάλαιο” για τον εαυτό του. Αν, άλλωστε, η υψηλή τέχνη έχει γίνει ένας άξονας γύρω από τον οποίο διατάσσονται εκδοχές της ελληνικής ταυτότητας στο δισημικό σχήμα ελληνικό / ευρωπαϊκό, τότε η πολιτιστική αποστέρηση εμφανίζεται με το προσωπείο μιας αποκρουστικής γκροτέσκας αντι-ευρωπαϊκότητας. Αυτό, όμως, σημαίνει την απόκρυψη πραγματικών ανισοτήτων και αποκλεισμών στην δυνατότητα οικειοποίησης πολιτιστικών αγαθών.

[9/4/2016]
Σημειώσεις
[1] Για το ζήτημα αυτό αναλυτικά σε Μυρσίνη Ζορμπά, Πολιτική του πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, Πατάκης, 2014.
[2] Το σχήμα που αναφέρω εδώ σχετικά με την ανάλυση της νεοελληνικής ταυτότητας είναι μια θεωρητική σύλληψη αρκετά παραγωγική στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες. Ιδιαίτερα στην ανθρωπολογία, εξαιρετικά έχει αναπτυχθεί από τις διεξοδικές μελέτες του γνωστού (και για τις εντατικές εθνογραφικές έρευνές του στην Ελλάδα) ανθρωπολόγου Μάικλ Χέρτζφελντ. Το μοντέλο της δισημίας αφορά στις εντάσεις που δημιουργεί σε άτυπα αλλά και θεσμικά πλαίσια η αντίληψη του εαυτού μέσα από τα μάτια των Ευρωπαίων και η ιδέα ότι η ευρωπαϊκή εικόνα της Ελλάδας (“Ελληνική” – όπως αποκαλείται στο σχήμα του Χέρτζφελντ –, με την έννοια της σύνδεσής της με τον ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν) μας εντάσσει στα ευρωπαϊκά πλαίσια την ίδια στιγμή που η ανατολίτικη (“Ρωμαίικη”, αποκαλείται στο ίδιο σχήμα), μας αποκλείει. Σημαντικό του έργο στα ελληνικά μεταφρασμένο το «Η ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέπτη» (1988, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου παρουσιάζει τη θεώρησή του για το υβριδικό πολιτισμικό σχήμα της νεοελληνικής ταυτότητας.
[3] Βλ., π.χ., αντίστοιχα για τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος α. άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών της Έφης Μαρίνου, «Ο Φαμπρ έφυγε, ο Θεοδωρόπουλος έρχεται», 4/4/2016, http://www.efsyn.gr/arthro/o-fampr-efyge-o-theodoropoylos-erhetai και β. άρθρο του Τακη Θεοδωρόπουλου», Καθημερινή 3/4/2014. «Γιου λάικ δις πίκτσουρ», http://www.kathimerini.gr/855380/opinion/epikairothta/politikh/gioy-laik-dis-piktsoyr
[4] «ΚΚΕ, Ερώτηση για το διορισμό του Γ. Φαμπρ ως καλλιτεχνικού διευθυντή στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου», ρεπορτάζ, 1/4/2016 στον ιστότοπο 902.gr: http://www.902.gr/eidisi/voyli/93106/erotisi-gia-diorismo-toy-g-fampr-os-kallitehnikoy-dieythynti-sto-festival-athinon
[5] Οι μελέτες του Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu εξακολουθούν να έχουν μεγάλη απήχηση σε ζητήματα ερμηνείας και ανάλυσης των πεδίων της πολιτιστικής παραγωγής και κατανάλωσης. Κομβικό και τεράστιας σημασίας το έργο του μεταφρασμένο στα ελληνικά «Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης», Πατάκης, 2002 (1979 στο πρωτότυπο).

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 

Ημερολόγιο Άρθρων

Ιούνιος 2017
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
29 30 31 1 2 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30 1 2
Δευτέρα, 26 Ιουν. 2017 - 02:35:37
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΚαραγκιόζης vs Mount Olympus, ή ο Φαμπρ που μας έφυγε Top of Page