Independent

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΑκραία φασιστικά φαινόμενα και η διακυβέρνησή τους: ασκήσεις για τον κοινό νου και τη συναίνεση

Ακραία φασιστικά φαινόμενα και η διακυβέρνησή τους: ασκήσεις για τον κοινό νου και τη συναίνεση

AddThis Social Bookmark Button

pink-floyd-martillosΓράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου, Κοιν. Ανθρωπολόγος δρ,

Επιστημονική Συνεργάτης, Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας, ΑΤΕΙ Ιονίων Νήσων Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ποιες είναι οι διαστάσεις της κρατικής κυριαρχίας μετά από την καταιγιστική εξέλιξη της τρέχουσας επικαιρότητας που επικεντρώνεται στη Χρυσή Αυγή; Εκκινώντας από ένα τέτοιο ερώτημα, θα επιχειρήσω μια ανάγνωση των γεγονότων υπό το πρίσμα πάντοτε της κοινωνικής θεωρίας: διασφαλίζοντας, έτσι, μια αναγκαία απόσταση από τους περιορισμούς που επιβάλει η θέση του κοινωνικού επιστήμονα, όντας ο/η ίδιος/α μέρος του κόσμου τον οποίο καλείται να ερμηνεύσει.

Παραπέμποντας σε θεωρητικές προσεγγίσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, με αναφορά κυρίως στο έργο του σύγχρονου Ιταλού φιλόσοφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, για την κρατική κυριαρχία σε "καταστάσεις εξαίρεσης" ή "έκτακτης ανάγκης", στην παρούσα συγκυρία της ελληνικής περίπτωσης, στήνεται μεθοδευμένα ένα συγκεκριμένου τύπου σκηνικό, στο οποίο οι δρώντες υιοθετούν και επιτελούν προδιαγεγραμμένους ρόλους. Πρωταγωνιστές του (από τη θέση των κυρίαρχων στο πολιτικό πεδίο, των "από τα πάνω") πολιτικοί και νομικοί αλλά και οι δημοσιογράφοι /αναλυτές των ΜΜΕ.

Δε φιλοδοξώ από το άρθρο αυτό να επεξεργαστώ αναλυτικά τις θέσεις του Αγκάμπεν και το εκτεταμένο και δύσκολο έργο του γύρω από τη βιοπολιτική και τη βιοεξουσία, ούτε και να προτείνω μια απλή, μηχανιστική μεταφορά της "κατάστασης εξαίρεσης", (όπως την ανέλυσε ο ίδιος), στην τρέχουσα, καθ'ημάς, επικαιρότητα. [1] Αλλά, θεωρώ, ότι ορισμένες πλευρές της σκέψης του μπορούν να αξιοποιηθούν, κυρίως, προς την κατεύθυνση του ζητήματος της "συναίνεσης" και της "ηγεμονίας", στην περίοδο της όξυνσης της οικονομικής κρίσης, και άρα επιτακτικής ανάγκης να διατηρούνται οι κοινωνικές αντιδράσεις σε ένα ανεκτό επίπεδο διαχείρισης από τους κυρίαρχους.

Ο Αγκάμπεν ενδιαφέρεται για τους τρόπους με τους οποίους εδραιώνεται η κρατική εξουσία, κυρίως εστιάζοντας σε καταστάσεις χάους και αταξίας που επικρατούν στα σύγχρονα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα και στο πώς επιβάλλεται έλεγχος, πειθαρχία, νομιμότητα. Αντλώντας από τις αναλύσεις του Φουκώ πάνω στην βιοπολιτική και βιοεξουσία, ο Αγκάμπεν εμβαθύνει αλλά και εμπλουτίζει την έννοια της "κατάστασης εξαίρεσης". Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί από το φιλόσοφο αλλά και άλλους θεωρητικούς, για να υποδηλώσει μια κατάσταση ταραχής, χάους, μη τάξης και νομιμότητας.

pink-floyd animationsΗ κρατική κυριαρχία κατέχει το μονοπώλιο της απόφασης διακήρυξης "κατάστασης έκτακτης ανάγκης", αλλά και –επισήμανση που έχει ιδιαίτερη σημασία για την εδώ προσέγγιση– για τη διαχείρισή της (διακυβέρνηση) και την επιστροφή στην κανονικότητα. Στο σημείο αυτό, ας επισημάνω ότι, στη γενικότερη θεωρητική επεξεργασία της "κατάστασης εξαίρεσης", η "επιστροφή στην τάξη" γίνεται με την επίκληση εκτάκτων μέτρων που νομιμοποιούν συνταγματικές εκτροπές και τη βία κατά εξαθλιωμένων ομάδων, όπως οι μετανάστες. Εδώ όμως, κρατώντας κυρίως την έμφαση στους τρόπους που ελίσσεται η κρατική κυριαρχία, εστιάζω στην επιβολή δια μέσω της "επιστροφής στην τάξη" μιας συμβολικής βίας που δεν είναι άλλη, παρά η ηγεμονία και η συναίνεση (ομοφωνία, δηλαδή, ως προς το νόημα του κοινωνικού κόσμου και της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων που τείνει, έτσι, να εκλαμβάνεται ως "φυσική" και δεδομένη πραγματικότητα), σημείο στο οποίο θα επανέλθω.

Ο Αγκάμπεν πρόσφατα εξηγεί ότι η "κατάσταση εξαίρεσης" έχει τέτοια διάχυση στο σύγχρονο κόσμο ώστε έχει καταστεί πλέον ο κανόνας, και, ότι, το κυρίαρχο παράδειγμα της νεωτερικότητας είναι η "διακυβέρνηση", η διαχείρισή της. Παραθέτω εδώ – επειδή θεωρώ ότι είναι σημαντικό να διαβαστεί αυτούσια – στην περιγραφή που δίνει ο Αγκάμπεν: [2]
«Αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε. Υπάρχουν ακόμη αφελείς που πιστεύουν ότι το παράδειγμα της ασφάλειας έχει σκοπό να προλάβει τρομοκρατικές πράξεις. Αυτό είναι τελείως λάθος. Η βασική ιδέα είναι μάλλον: «θα αφήσουμε να συμβούν καταστροφές, αναταραχές, ή και θα βοηθήσουμε να συμβούν, επειδή αυτό θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε και να τις διακυβερνήσουμε προς την ορθή κατεύθυνση». Π.χ. η αμερικανική πολιτική εδώ και είκοσι χρόνια είναι σαφώς αυτή: ποτέ δεν εμποδίζει την εμφάνιση της αταξίας, της καταστροφής, αντίθετα τις βοηθά να παραχθούν σε ορισμένες περιοχές, αλλά μετά επωφελείται προκειμένου να τις κατευθύνει σε μια κατεύθυνση «ασφαλή».
.......
«Η κρίση έχει γίνει τόσο εσωτερική στο μηχανισμό, ώστε είναι πάντα εδώ. Ακριβώς το ίδιο όπως και στην ασφάλεια. Το συμβάν, ο κίνδυνος, υπάρχει πάντα, είναι μέρος της μηχανής. Με βάση το κυβερνητικό παράδειγμα που ρυθμίζει σήμερα τις χώρες, τις κοινωνίες μας, πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε την εξαίρεση, το συμβάν, τις ταραχές, την κρίση ως έκτακτες περιστάσεις• αντίθετα, αποτελούν τον εσώτερο πυρήνα, τον εσωτερικό μηχανισμό της μηχανής.»

Η πολυχρησιμοποιημένη έννοια (περιγραφική των σύγχρονων κοινωνιών) της "κοινωνίας του ρίσκου" αποκτά βαθύτερη κατανόηση, αν ιδωθεί υπό το πρίσμα τού αντιθετικού όσο και συμπληρωματικού ζεύγους: κρίση (αταξία, διαταραχή) – διαχείριση της κρίσης (επαναφορά στη νομιμότητα και την τάξη). Δηλαδή, η διαχείριση του ρίσκου από τους μηχανισμούς του κράτους, είναι αυτή που το νομιμοποιεί, διαμορφώνοντας τη συναίνεση των υπηκόων του, σύμφωνα με έναν, επίσης, διάσημο σύγχρονο διανοητή, τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Είναι προφανές, ότι η ακόλουθη επισήμανση του ιδίου ισχύει για την ελληνική περίπτωση σήμερα: [4]
«Είναι επομένως επείγουσα και επιτακτική ανάγκη για κάθε κυβέρνηση που θέτει ως προτεραιότητα της την αποδιάρθρωση και την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, να ανακαλύψει ή να συγκροτήσει ένα νέο "τύπο νομιμοποίησης", όπου να εδράζονται η επιβεβαίωση της κρατικής εξουσίας και το αίτημα της πειθαρχίας.»

Ας επικεντρωθούμε όμως στο τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, κατά το τρέχων χρονικό διάστημα που οριοθετείται με σαφήνεια από την τραγική δολοφονία του Παύλου Φύσσα (18/9/2013) και την αυτόματη επέμβαση της δικαιοσύνης• με την απόφαση να μπει στο στόχαστρο ολόκληρη η Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση, και τη ρητή από την κυρίαρχη εξουσία εντολή να παταχτεί ο ναζισμός/ φασισμός στην ελληνική κοινωνία σε όλες του τις διαστάσεις (με το μαξιμαλιστικό αίτημα όπως έχει διατυπωθεί, να περιλαμβάνει τόσο την πάταξη και δίωξη σε ποινικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και την εξάλειψη αυτών που θεωρούνται πολιτισμικές και ιστορικές ορίζουσες του φαινομένου).

PinkFloyd WallΠέρα από τις επιμέρους διαφορές ο δημόσιος λόγος κατασκευάζει έναν "επείγον κίνδυνο", αυτόν του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, με προεκτάσεις και εν δυνάμει επικίνδυνες συνέπειες και εκτροπές, τόσο σε επίσημο επίπεδο, όσο και σε αυτό της καθημερινής ζωής. Ιδού, λοιπόν, η "απειλή", αυτό που αφέθηκε να συμβεί, και η ανάγκη διαχείρισής της. Η διακυβέρνηση του κακού, και όχι η από τα πριν οριοθέτηση και πρόληψή του. Έτσι, ερμηνεύεται ένα πρώτο ζήτημα που διατυπώθηκε παντοιοτρόπως όλο αυτό το διάστημα: το αγωνιώδες ερώτημα γιατί δεν υπήρχε από πριν επέμβαση, ενώ ήταν κατάφωρη και αυταπόδεικτη σε μια σειρά περιπτώσεων η παρεκτροπή της Χρυσής Αυγής.

Στη συνέχεια, μια σειρά από προβληματισμοί που πλαισίωναν και πλαισιώνουν την συζήτηση σχετικά με το νομικό /δικαστικό μέρος και τη λογική των αποφάσεων (π.χ. του αυτόφωρου, ή της προφυλάκισης) φαίνεται ότι ανακυκλώνουν και αναπαράγουν έναν μονότονα και επιτακτικά εκφρασμένο "νομικό φετιχισμό", αυτόν δηλαδή ο οποίος είναι ακριβώς τώρα απαραίτητος για να επιτευχθεί η κρατική κυριαρχία.

Έτσι, λοιπόν, ακούσαμε/διαβάσαμε σε βαθμό κορεσμού δηλώσεις και διατυπώσεις, απόψεις και θέσεις εκφρασμένες σε δημόσιες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις, που το κοινό τους στοιχείο – με ελάχιστες εξαιρέσεις –, είναι λεκτικοί ευφημισμοί, υπερβολές και θεατρικές αξιώσεις του τύπου «συνταγματικό ή δημοκρατικό τόξο», «άμυνα της δημοκρατίας», «λειτουργεί το κράτος δικαίου», «απειλείται η θεσμική εγκυρότητα», ενώ «οι πολίτες διψούν για νομιμότητα». Ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Μπουρντιέ, για το λόγο των κυρίαρχων, ως λόγο διαποτισμένο από την απλότητα και τη διαφάνεια του κοινού νου, που σκοπό έχει να επιβάλει ένα αίσθημα προφάνειας και αναγκαιότητας για τον κοινωνικό κόσμο ως έχει (άρα να εμποδίσει την ανάπτυξη αιρετικής κριτικής από τη μεριά των κυριαρχούμενων). [3] Χαρακτηριστική εξάλλου είναι η συνεχής, τελετουργικά θαρρείς, μονότονα επαναλαμβανόμενη διακήρυξη της «καταδίκης της βίας απ' όπου κι αν προέρχεται».

Η ελληνική κοινωνία απειλείται, λοιπόν, και ο εχθρός που θα πρέπει να μας ενώσει όλους είναι κοινός: ο φασισμός και οι ακραίες μορφές, εκφράσεις του, πρακτικές του. Πρόκειται για μια τακτική ανανέωσης της κρατικής κυριαρχίας, σε μία χρονική στιγμή μέσα στην μακρά –όπως φαίνεται– περίοδο της οικονομικής κρίσης, όπου η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε εξαιρετικά ευάλωτη θέση. (Καθώς η συναίνεση στη μνημονιακή πολιτική και τη λήψη μέτρων με το πρόσχημα της σωτηρίας και εξόδου της χώρας από την κρίση είναι δύσκολο να επιτυγχάνεται σε διάρκεια, όσοι κυρίαρχοι συντελεστές, π.χ. διανοούμενοι, ΜΜΕ, κι αν κληθούν στην υπηρεσία του προτάγματος αυτού).

Οι πολιτικοί – από όλο το φάσμα (με μια διαφοροποιημένη στάση του ΚΚΕ, που, μολονότι συμμερίζεται την ολοκληρωτική πάταξη του φασιστικού φαινομένου, στα πλαίσια των θέσεών του για το καπιταλιστικό σύστημα, μεταθέτει αλλού τους όρους της συζήτησης)– κηρύσσουν στις δημόσιες παρεμβάσεις τους "κατάσταση έκτακτης ανάγκης", («κινδυνεύει η δημοκρατία»), διατρανώνοντας και επιβάλλοντας να έχει τώρα το προβάδισμα το "δίκαιο" και όχι η "πολιτική". Ιεροποιείται, έτσι, η δικαιοσύνη, εξαίρεται η άμεση αντίδρασή της χωρίς να παρεμβάλλεται σε αυτήν την περίπτωση η βουλή. Ενώ, συσκοτίζεται με αυτόν τον τρόπο το γεγονός, ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά η θεσμοθετημένη στη δημοκρατία κυριαρχία του λαού που νομοθετεί απέναντι στην κυβέρνηση (που εκτελεί, εφαρμόζει, εξ' ου και «εκτελεστική εξουσία» τη λαϊκή βούληση). Αυτό που συμβαίνει, όπως επισημαίνει πάλι ο Αγκάμπεν, είναι ότι το κοινοβούλιο απλά επικυρώνει έκτακτα διατάγματα που εκδίδει η κυβέρνηση: εν τέλει "το εκτελεστικό", η κυβέρνηση δηλαδή είναι αυτή που νομοθετεί.

Έτσι, αν και είναι προφανές ότι η κατάσταση αυτή η οποία προσδιορίζεται από «ακραία φασιστικά φαινόμενα» – όπως διατύπωσα στον τίτλο του άρθρου, προκειμένου να παραπέμψω συμβολικά, ακριβώς στην ιστορική και πολιτισμική βαρύτητα του όρου φασισμός, αλλά και στο πηγαίο λαϊκό αίσθημα οργής και αποστροφής απέναντι σε αυτό–, πρέπει να ανιχνευτούν κριτικά οι τρόποι με τους οποίους οι διάφοροι δρώντες διατυπώνουν το αίτημα πάταξης του φασισμού ως "κοινό, συλλογικό αίτημα". Καθώς, μάλιστα, η σύγχυση στο φαντασιακό συλλογικό είναι μάλλον πρωτόγνωρη: η κατάσταση "έκτακτης ανάγκης", μέσω της οποίας το αυταρχικό κράτος επιβάλει κανονιστικές ρυθμίσεις καθιστώντας ευδιάκριτο τον κίνδυνο (π.χ. οι "λαθρομετανάστες" για τους οποίους πρέπει να κατασκευαστεί φρούριο στον Έβρο) σε αυτή την περίπτωση που εξετάζεται εδώ, δεν αφορά σε μια "ευάλωτη" ομάδα. Τώρα, πέρα από το όριο των αποδεκτών στο "συλλογικό ανήκειν" τοποθετούνται οι φασίστες, ομάδες εγκληματικές, που επιδεικνύουν σε πλείστες περιπτώσεις – κάθε άλλο παρά τρωτότητα αλλά, το αντίθετο, πυγμή και εξουσία!

Οι όροι όμως αντιμετώπισης του φασιστικού φαινομένου έχουν τεθεί ήδη από τους κυρίαρχους: αν είναι, όπως ισχυρίστηκα στα παραπάνω, και οι όροι με τους οποίους ανανεώνουν την κυριαρχία τους, πολλά περιθώρια εναλλακτικών τοποθετήσεων δεν υπάρχουν.

Έτσι, ακόμη και η θέαση των γεγονότων ως "ευκαιρίας" (για την εξάλειψη του φασισμού και της Χ.Α.) όπως διατυπώθηκε από ένα ευρύ φάσμα της αριστεράς, είναι καταδικασμένη να μοιάζει με απλό ευχολόγιο, ένας λόγος ασθενής τόσο, όσο αντιστρόφως ανάλογος τής δύναμης τής "καλής θέλησης" που παραχωρεί στους ιδεολογικούς της αντίπαλους. Γιατί αυτή τη στιγμή, καταλήγοντας συμπερασματικά, το κυρίαρχο σύστημα έχει αξιοποιήσει σε τέτοιο βαθμό τις δυνατότητες που υπήρχαν προς όφελός του, ώστε ακόμη και η μη ρητά εκπεφρασμένη δημόσια επίκληση, ή/και επικρότηση του κράτους δικαίου και των ενεργειών του κατά του φασισμού να προκύπτει στον κοινό νου καταδικαστέα ή ανεπίτρεπτη. [5]

Μια γρήγορη επισκόπηση των κοινωνικών δικτύων τούτες τις μέρες αυτό καταδεικνύει: διαπιστώνεται εύκολα μια ανάγκη του κοινού να επικοινωνήσει δημόσια με έντονες λεκτικές πράξεις αποδοκιμασίας του ναζιστικού φασιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής και επίκλησης στην αναγκαιότητα να παταχτεί τώρα το φαινόμενο. Συχνά, όμως έτσι, αναπαράγονται κοινοτυπίες και στερεοτυπικές καταδίκες, ενώ η κοινή γνώμη εθίζεται στη συναίνεση. Και καθαρά – όπως το διατυπώνει ο Μπουρντιέ, στον οποίο αναφέρθηκα προγενέστερα στο κείμενο –– «το συμφέρον των κυρίαρχων είναι με τη συναίνεση».
7/10/2013

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. τη δουλειά του στα ελληνικά μεταφρασμένη, Giorgio Agamben (2007) Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η έκτακτη ανάγκη μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, Αθήνα, Πατάκης.
[2] Το απόσπασμα από συνέντευξη που παραχώρησε ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν το 2011, στην εκπομπή τής ΕΤ3 "Τόποι ζωής, τόποι ιδεών" του Γιώργου Κεραμιδιώτη και που, ολόκληρο το κείμενό της, βρίσκεται σε διάφορους δικτυακούς τόπους, όπως στο http://nomadicuniversality.wordpress.com/. Ας σημειωθεί, ότι σε αυτή τη συνέντευξη ο λόγος του είναι σχετικά ευπρόσιτος από το ευρύ κοινό με αναφορές και στη σύγχρονη οικονομική κρίση.
[3] Βλ. Pierre Bourdieu (1999), Γλώσσα και συμβολική εξουσία, Αθήνα, Ινστιτούτο του βιβλίου- Α. Καρδαμίτσα,. Στη δουλειά και τις τοποθετήσεις του Μπουρντιέ έχω αναφερθεί διεξοδικότερα και σε προηγούμενο άρθρο από εδώ.
[4] Από το αρκετά γνωστό και στην Ελλάδα έργο του, Bauman Zygmunt (2005), Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, Αθήνα, Κατάρτι.
[5] Ενδιαφέρουσα από αυτή τη σκοπιά, αλλά δύσκολο λόγω οικονομίας χώρου να αναφερθώ στο παρόν άρθρο διεξοδικότερα, η αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε το τελευταίο περίπου δεκαπενθήμερο, με αφορμή άρθρα του Τάκη Φωτόπουλου από τη στήλη του στην Ελευθεροτυπία (22/9, 29/9). Ο θεωρητικός, γνωστός για τις κριτικές, ριζοσπαστικές θέσεις του πάνω στην παγκοσμιοποίηση, τεκμηρίωσε τη, διαφορετική από την "ορθόδοξη" γραμμή ανάλυσης, σκέψη του για τα γεγονότα των ημερών και δέχτηκε σφοδρή κριτική από αριστερούς αναλυτές και σχολιαστές στο διαδίκτυο, κάτι που σχολίασε και ο ίδιος πάλι από τη στήλη του στο πιο πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του (Ελευθεροτυπία, 6/10/2013).
Ενδιαφέρουσα, επίσης, και η εκδήλωση σφοδρής αντίδρασης κατά της εφημερίδας Πρώτο Θέμα για το πρωτοσέλιδό της με τη φωτογραφία, τραβηγμένη από κάμερα κινητού, που αποθανατίζει την τραγική φιγούρα του νεκρού Παύλου Φύσσα, πεσμένου στο έδαφος στην αγκαλιά της κοπέλας του τη χρονική στιγμή αμέσως μετά τη δολοφονία. Με την, κατά τη γνώμη μου, υπερβολική, ίσως, προτροπή να μην την προωθήσουν καθόλου στα περίπτερα και να μην αγοραστεί από το κοινό η εφημερίδα.

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασιλική Παπαγεωργίου

Βασιλική Παπαγεωργίου

Η Βασιλική Παπαγεωργίου είναι Εθνολόγος και διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έχει επαγγελματική και ερευνητική εμπειρία στη μετανάστευση, τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Από την Αλβανία στην Ελλάδα: Τόπος και Ταυτότητα, Διαπολιτισμικότητα και Ενσωμάτωση. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της μ...

Περισσότερα Άρθρα από τον ίδιο Αρθρογράφο

 
Σάββατο, 19 Αυγ. 2017 - 02:07:01
 

Newsletter

ΑρχικήΆρθραPublic Culture - onlineΑκραία φασιστικά φαινόμενα και η διακυβέρνησή τους: ασκήσεις για τον κοινό νου και τη συναίνεση Top of Page