Αφηγηματικές ιστορίες κάτω από τον Ιερό Βράχο: Αναφιώτικα

Αναφιώτικα: μια μικρή, εμφανώς οριοθετημένη «νησιωτική» κοινότητα στη βόρεια πλαγιά του Ιερού Βράχου, έχει καταγραφεί ως σημαντικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής που εφευρίσκει και εξελίσσει τρόπους εξυπηρέτησης των ανθρώπινων αναγκών στο πέρασμα τον χρόνων.

 

Γεννημένα από την ανάγκη στέγασης, τα λιτά και ομοιόμορφα κτίσματα των Αναφιώτικων συντηρούν μνήμες, σημασίες και συναισθήματα υπενθυμίζοντας τις πολλαπλές ερμηνείες και σημασίες του χώρου στη σκιά της Ακρόπολης.
Στις μέρες μας, σε αυτό τον χώρο, τον πραγματικό, τον χειροπιαστό, τον ιδιαίτερο, καθημερινά κινούνται, σκέφτονται και ζουν οι εναπομείναντες λιγοστοί Αναφιώτες, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ξεχωριστή και ιδιαίτερη φυσιογνωμία που χαρακτηρίζει τον οικισμό.
Τρεις οικιστές-Αναφιώτες, μέσα από τις αφηγηματικές τους ιστορίες ως προς τη συγκρότηση του βιωμένου χώρου του «τότε» και του «σήμερα» ξεδιπλώνουν τη ατομική και ιστορική τους μνήμη, διαχειρίζονται ζητήματα της συλλογική πολιτισμικής τους ταυτότητα ως κοινότητα με βάση τις σχέσεις συγγένειας, γειτονίας και κοινού τόπου καταγωγής και χαράζουν τα δικά τους όρια και τονώνοντας συμβολικά την αίσθηση της διαφορετικότητάς τους 1.

1.Για λόγους επιστημονικής δεοντολογίας δεν αναφέρονται ονόματα και στοιχεία των πληροφορητών.


anaf2 1000

 

Αυλή στα Αναφιώτικα
Φωτογραφικό Αρχείο Δήμητρας Κ. Φραγκούλη

 

 

 

 

1) «Μένω εδώ από τον καιρό που γεννήθηκα. Έχω οικογένεια, τέσσερα παιδιά, τρεις γιους και μια κόρη. Δεν μένουν εδώ όμως. Είμαι Αθηναία πάππου προς πάππου. Γεννήθηκα παρακάτω, Κλεψύδρας είναι το πατρογονικό του παππού μου. Και ήρθαμε πάνω. Εγώ ήρθα αγέννητη εδώ, ήρθε η μητέρα μου με τον πατέρα μου όταν παντρευτήκανε. Τότε δεν ήταν αυτό το χάλι της Αθήνας… Τα χρόνια τότε εκείνα υπήρχε μεταξύ των γειτόνων μια αγάπη, υπήρχε μια δυσκολία, τρέχανε να βοηθήσουνε, ήτανε διαφορετικά, δεν είναι όπως τώρα που δεν είσαι καλά και έρχεται το ασθενοφόρο. Τότε ήταν διαφορετικά, ήταν ενωμένοι όλοι. Στις γιορτές, στα ψυχοσάββατα είχαμε μια Μαρίνα που ήταν πιο νεώτερη και στεκότανε, αυτή γύριζε στην περιοχή όλη και ο καθένας της έδινε, κείνα τα χρόνια ήταν οι δεκάρες, ένα πενηνταράκι, άλλος δεκάρες. Αυτή παρόλο που ήταν καθολική σεβάστηκε την ορθοδοξία, ήτανε νύφη εδώ, και με τα λεφτά εκείνα έπαιρνε στάρι, το καθάριζε και το έβραζε και γύριζε σε όλη τη γειτονιά, και έπαιρνε τα ονόματα και τα πήγαινε στην εκκλησία και μετά όταν διαβαζότανε τα ονόματα έπαιρνε το στάρι και το μοίραζε από σπίτι σε σπίτι, ήτανε η γειτονιά αλλά ήτανε σαν οικογένεια. Πριν από 70 χρόνια, πριν τον πόλεμο δηλαδή… Τότε ήταν 100 σπίτια από πάνω που γκρεμίσανε και έμενε δρόμος τώρα, εδώ κάτω είχε μια ράφτρα, μια που κεντούσε, ήταν σπίτια εδώ, οικογένειες. Από το πάνω μέρος ήτανε σπίτι μέχρι πέρα στο πηγαδάκι. Το 1927 έγινε η πρώτη απαλλοτρίωση αλλά συνέπεσε ο πόλεμος και τ’ αφήσανε. Μετά η Ακρόπολη προσπάθησε να τα αξιοποιήσει και να κάνει αυτό το δρόμο που λένε είναι ο δρόμος του Περικλή. Αλλά εκείνα τα σπίτια από κάτω ήτανε έτοιμα να τα πάρουνε, αλλά κάναμε δικαστήρια μεγάλα και μετά μας τ’ αφήσανε… Είναι πολλοί που έχουνε τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά αυτή η περιοχή δημιουργήθηκε επί βασιλέως Όθωνος που ζήτησε χέρια για να κτίσουν τ’ ανάκτορα και σύστησε τους οικοδόμους τους Αναφιώτες. Μετά ήρθαν και από άλλα νησιά γιατί δεν ήταν μόνο οι Αναφιώτες που ήξεραν να λαξεύουν την πέτρα, ήταν και από άλλα νησιά. Αλλά τα χρόνια εκείνα δεν ήταν εύκολο όπως σήμερα, ήταν σήμερα, ήτανε δυο οικοδόμοι που ξέρανε ο Λουδάρος ο ένας, τον άλλον δεν το θυμάμαι, και ήρθανε και αρχίσανε να φτιάχνουν τη σημερινή Βουλή και συγχρόνως είπε ο Όθωνας φέρτε και τις οικογένειές σας σιγά σιγά γιατί η Ελλάδα τώρα αναζωογονείται ύστερα από τετρακόσια χρόνια. Φέρανε και κείνοι τους δικούς τους εδωπέρα και αρχίσανε να κάνουνε τα ιδρύματα που ήταν για τον πολίτη, πρώτα από όλα νοσοκομεία και ύστερα οι σχολές, πανεπιστήμιο, τα δικαστήρια, αλλά με τη διαφορά ότι τότε ο Όθωνας έφερε Γερμανούς αρχιτέκτονες. … ο ένας από τους δυο τους τεχνίτες είχε μια αδερφή, όταν τέλειωσαν τη Βουλή ήθελε να πάει στο νησί, στην αδερφή του, και του είπε ο Όθωνας να φέρει την αδερφή του εδώ και όταν ήρθε στα ανάκτορα της λέει που θες να κάνεις ένα σπίτι να μένεις. Και όταν βγήκε έξω λέει εκεί, κάτω από την Ακρόπολη γιατί μου θυμίζει την Παναγία μου την Καλαμιώτισσα από την Ανάφη. . Ήτανε ψηλά, έχει ιστορία και η Καλαμιώτισσα για το πώς τη βρήκανε. Η πραγματική εικόνα είναι κάτω, στην Ανάφη, αυτή είναι δεύτερη εικόνα εδώ στον Άγιο Συμεών, γιορτάζει στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Οι Αναφιώτες αγαπάνε πάρα πολύ την Παναγία τους».


2) « … Είμαστε στον παράδεισο όμως, δεν το αλλάζω με τίποτα, να ακούς τα τζιτζίκια όλη μέρα, ο βράχος, δηλαδή όλη αυτή η ενέργεια που δίνει, δεν μπορώ να φύγω δηλαδή, δεν μπορούμε. Είναι μια όαση μέσα στην Αθήνα, νοιώθουμε πως είμαστε μακριά από το υπόλοιπο σκηνικό. Και όμως πέντε λεπτά με τα πόδια στο Σύνταγμα. Το λέμε κάθε μέρα δηλαδή… και για τα παιδιά μας είναι τέλεια. Όμως είναι κρίμα γιατί υπάρχουν άλλα δυο παιδιά μόνο εδώ. Άλλα παιδιά δεν υπάρχουνε. Εδώ μην το βλέπετε τόσο ρομαντικό, επειδή είμαστε άκρη, ειδικά το βράδυ, δεν είμαι όπως αυτοί που είναι μέσα. Εδώ δεν αφήνουμε τα παιδιά έξω από την πόρτα ποτέ, ούτε μέρα ούτε νύχτα…. Υπάρχουν πολλές δυσκολίες, δεν έχουμε νερό γιατί δεν φτάνει η πίεση. Όλα τα νεοκλασικά της Πλάκας έχουνε πισίνες, όλοι οι εφοπλιστές στις ταράτσες τους έχουμε πισίνες. Δεν φτάνει πια η πίεση μέχρι εμάς, τώρα μπορεί να έχει λίγο, πριν δεν είχε καθόλου. Έχω κάποια αποθέματα νερού για ανάγκη. Δεν μπορούμε ούτε να κάνουμε μπάνιο, ούτε πλυντήριο. Έρχεται το βράδυ πάλι το νερό. Αλλά ειδικά τώρα το καλοκαίρι το μπάνιο με μπουκάλι. Αλλά λέμε εντάξει, θα ζήσουμε και μ’ αυτό. Το ρεύμα καμιά φορά κόβεται και δεν έρχονται, με ένα καλώδιο τροφοδοτείται όλο το σπίτι με ρεύμα. Μια φορά που είχε βραχυκύκλωμα σκάψανε όλα τα Αναφιώτικα για να το βρούνε. Μια βδομάδα σκάβανε. Το βρήκανε και μας έβαλαν προσωρινά αυτό το καλώδιο. Είναι επικίνδυνο, τα σπίτια είναι παλιά, δεν έχουν θέρμανση. Κάποιοι έχουν βάλει φυσικό αέριο. Τα σπίτια έχουν υγρασία πολύ γιατί είναι πάνω στο βράχο. Είναι ένα δωμάτιο ας πούμε, έχουμε την κουζίνα απ’ έξω, το μπάνιο από πίσω, αλλά ζούμε όλοι σε ένα χώρο και δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω να πούμε, είμαστε πολύ ευτυχισμένοι έτσι όπως ζούμε… εδώ δεν υπάρχουν μαγαζιά, κατεβαίνουμε στο Κουκάκι. Πράγματι δεν μας λείπει κάτι… σχεδόν ελάχιστα αλλάξαμε στο σπίτι. Ο άντρας μου έκανε το μπάνιο που δεν υπήρχε και την κουζίνα. Εδώ ζούσε μια οικογένεια και από πάνω ένας εργένης. Ο άντρας μου δεν έχει καμιά σχέση με την Ανάφη, το έψαχνε και τυχαία κάποιος που άφησε το σπίτι τον πληροφόρησε, ήταν πολύ τυχερός…».


3) «…Η μητέρα μου είναι από τη Σαντορίνη και έμενε εδώ μέχρι το 2007. Από μικρό κορίτσι ήρθε εδώ, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια. Δεν αγόρασαν κανένα σπίτι εδώ, ήρθαν πριν το ’40 ο πατέρα μου, . μας έδωσαν χάρη τότε τα παλιά χρόνια και μέναμε εδώ. Εγώ μεγάλωσα εδώ, στα Αναφιώτικα… Εγώ δεν μένω πλέον εδώ αλλά εδώ είναι η ζωή μου, έμενε η μητέρα μου εδώ, μένει ο αδερφός μου, πάντα ερχόμασταν εδώ, τη λατρεύω την περιοχή μου εδώ…»
«Με τους γειτόνους μας ήταν πολύ καλά, τώρα είμαστε ξένοι. Ήταν από δω κάτω ένα μπακαλικάκι και εξυπηρετούσε την περιοχή ολόκληρη. Οι νεώτεροι αρχίζαν’ και μαθαίνανε γράμματα, τέλειωναν το γυμνάσιο την εποχή εκείνη. Από όλη την οικογένεια του Νίκου ήταν γραμματισμένοι… και άλλοι που δεν τους θυμάμαι όλους… παίζαμε ξυλίκι, γυρνάγαμε, ήταν η εποχή διαφορετική, τρέχαμε, δεν φοβόμαστε… παίζαμε αγόρια κορίτσια μαζί. Ήμασταν τριάντα τριάντα πέντε παιδιά. Όταν γκρέμισαν τα σπίτια έφυγαν, εμείς κάναμε δικαστήρια και λέγαμε δεν θέλουμε να φύγουμε. Γιατί; Υπάρχει καλύτερος τόπος στην Αθήνα από εδώ; Τα παιδιά μου μένουν σε άλλες περιοχές στην Αθήνα. Το σπίτι το πήρε ο πατέρας μου το 1918 από Αναφιώτη, είχαν γίνει δύο αγορές πριν και το τρίτο ήταν του πατέρα μου. Αναλόγως το έδαφος ήταν και δυο δωμάτιο και μια κουζίνα. Ήταν το έδαφος τότε που δεν σ’ άφηνε. Και για να το ισοπεδώσουν οι Αναφιώτες ρίχνανε μπάζα μέσα στις γούβες. Έχουμε νερό και ρεύμα και το πρώτο τηλέφωνο που ανέβηκε εδώ πάνω ήταν το δικό μου, το ’70 περίπου…. Το πρώτο ρεύμα ηλεκτρικό που ήρθε ήρθαν τρεις τέσσερις κολώνες μέχρι εδώ απάνω για το δρόμο. Γιατί πρώτα ήταν το γκάζι και ερχόταν ο γκαζιέρης και τ’ άναβε. Τα σπίτια δεν είχαν φως, ρεύμα. Ήταν τα πρώτα φώτα εδώ, και μετά πήρε η Αθήνα φως, τα σπίτια… Τώρα δεν έχουμε γειτονιά, νάρκωσε ο δρόμος. Τώρα έχουμε μεγαλώσει, και αν σε καλέσουν να πας για ένα καφέ…».


Βιβλιογραφία

Καυταντζόγλου, Ρ. (2001). Στη σκιά του Ιερού Βράχου. Τόπος και μνήμη στα Αναφιώτικα. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα/ΕΚΚΕ.

Μπίρης Κ. Η.,
- 1948, «Μια παράδοξη πολιτεία» στο Φιλολογική Πρωτοχρονιά.
- 1966, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα 1η έκδ. 1966, 3η έκδ.

Φραγκούλη Δήμητρα
- 2002, «Νιώτικη κοινωνία. εικόνες του χθες και του σήμερα», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
- 2007, «Πλακιώτικες Ιστορίες: Μια βόλτα στα Αναφιώτικα», στο πλαίσιο του Προγράμματος Κατοικία και Οικίες Ιστορίες, Υπουργείο Πολιτισμού, ΕΝΜΑ, ΔΙΝΕΠΟΚ.

Το άρθρο αποτελεί τμήμα της εργασίας που εκπονήθηκε στο πλαίσιο εκπαιδευτικής άδειας της γραφούσης στο Υπουργείο Πολιτισμού.

 

Pin It