συνέντευξη του συγγραφέα του μυθιστορήματος "Η εκδίκηση  της σβούρας" Άρη Παχή.

Σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκει το πρώτο σας μυθιστόρημα «Η εκδίκηση της σβούρας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως;

 

Ξεκινώντας θα ‘θελα να σας ευχαριστήσω γι’ αυτήν την συνέντευξη.
Πρόκειται για ένα κοινωνικό δράμα με ψυχολογικές προεκτάσεις έχοντας χαρακτήρες που καταφεύγουν σε ανήθικες, εγκληματικές συμπεριφορές.

Όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου, πρόκειται αποκλειστικά για μία ιστορία εκδίκησης ή κρύβεται κάτι περισσότερο;

Η ιστορία της εκδίκησης είναι το προφανές σε αυτό το βιβλίο. Με τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί μέσα προσπαθώ να δείξω πως οι χαρακτήρες είναι καταδικασμένοι, αργά ή γρήγορα να υποστούν τις συνέπειες των ακραίων τους συμπεριφορών. Θέλω να φανεί τι αντίκτυπο έχουν οι πράξεις τους στους γύρω τους και τι ήταν αυτό που τους ώθησε να υιοθετήσουν έναν τέτοιο τρόπο ζωής προσδοκώντας όχι να τους δικαιολογήσουμε αλλά να τους κατανοήσουμε.

Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία σας χρησιμοποιώντας λογοτεχνικούς αντι-ήρωες;

Για να βουτήξω βαθιά μες στα σκοτάδια τους. Πρώτα εγώ κι έπειτα οι αναγνώστες. Δεν ήθελα να φτιάξω μια ιστορία όπου το Καλό νικάει το Κακό. Δεν ήθελα χαρακτήρες με καλογυαλισμένα πρόσωπα και χαμόγελα που λαμποκοπούν. Ήθελα ανθρώπους χαρακωμένους, με ψυχές σκορπισμένες θρύψαλα και ματιές βασανισμένες. Τον πόνο τους να τους τον κάνω οργή. Να τους πάρω και να τους στήσω μπροστά σε ηθικά διλήμματα. Κι αμέσως να σπάσω τους φραγμούς τους και να τους αφήσω ελεύθερους να κυλιστούν στον βούρκο τους προσπαθώντας να ικανοποιήσουν το γυάλινο Υπερ-Εγώ τους.

Στην πραγματική ζωή συναντάμε τέτοιους ανθρώπους ή όλα αυτά τα πρόσωπα είναι αποκυήματα συγγραφικής φαντασίας;

Υπάρχουν μάνες που σκοτώνουν τα παιδιά τους πάνω σε κάποιο εκδικητικό παραλήρημα ή επειδή τα βλέπουν σαν εμπόδια στην ανέμελη ζωή τους. Πατεράδες που τα “νοικιάζουν” σε διεστραμμένους για να τα βιάζουν σε σκοτεινά, μουχλιασμένα υπόγεια. Έφηβοι που σαλτάρουν από ταράτσες επειδή δεν τους δόθηκε το ερωτικό φιλί που τόσο θέλανε, ενώ άλλοι σκίζουν καρωτίδες με σουγιάδες για χάρη μιας ιδεολογίας ή ενός χρωματιστού κασκόλ. Άστεγοι που μες στην βαρυχειμωνιά τρώνε κλωτσιές στο πρόσωπο από παρέες νταήδων και αμούστακα πιτσιρίκια που τραμπουκίζουν τον δυσλεκτικό, κοντόχοντρο συμμαθητή τους στα σχολικά διαλείμματα, όσο οι γονείς τους καπνίζουν αδιάφορα το τσιγαράκι τους λέγοντας “Έλα μωρέ, εντάξει. Παιδιά είναι!” Και κάπου μες στα σκοταδιασμένα στενά της πόλης, κρύβονται και κάτι άλλα, του περιθωρίου κορμιά, που φτύνουν την ζωή τους κατάμουτρα καθώς καρφώνουν την βελόνα στην φλέβα τους, για να χυθεί το ζεσταμένο ζουμί της πρέζας πάνω στην ψυχή τους. Και μετά αλλάζουμε πίστα και πάμε στα εγκλήματα πολυτελείας. Ατσαλάκωτοι, φρεσκοξυρισμένοι πολιτικοί οποιουδήποτε καθεστώτος, που μπροστά στα μάτια του λαού του κλέβουν το ψωμί αλαλάζοντας στα μπαλκόνια, “Για το ιερό Έθνος!” και “Για το Κόμμα!”, ενώ γαλονάτοι μεγαλοκαραβανάδες στέλνουν την φανταρία στο σφαγείο των επεκτατικών πολέμων.
Όλα όσα γράφουν οι συγγραφείς στις σελίδες τους (κυρίως στα δραματικά έργα), η ζωή τα έχει παίξει ήδη. Και μάλιστα σε επανάληψη.

Διαβάζοντας το βιβλίο, και από τον τόπο δράσης και από τα ονόματα των πρωταγωνιστών και από το περιεχόμενό του γενικότερα, προκύπτει κάποια επιρροή από την κλασική ρωσική λογοτεχνία. Είναι σωστό το συμπέρασμα;

πολύ σωστά. Την Σβούρα την έγραψα έχοντας επηρεαστεί από τους κλασσικούς Ρώσους λογοτέχνες του 19ου αιώνα οι οποίοι έκαναν μακροβούτι στην σκοτεινή άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, θέτοντας υπαρξιακούς προβληματισμούς. Και όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές και διαφοροποιούνται οι καταστάσεις, αυτά τα ερωτήματα παραμένουν διαχρονικά.

Τι ανακαλύπτει ένας συγγραφέας σκάβοντας στις ανθρώπινες ψυχές και σμιλεύοντας χαρακτήρες;

Με την μυθοπλασία, ο συγγραφέας κάνει μια εκ νέου γνωριμία με τον άνθρωπο. Πιο παρατηρητικός πια και βγαλμένος από τον αυτόματο πιλότο.
Είτε πίσω από σκαλισμένα από ουλές πρόσωπα, είτε πίσω από αστραφτερά χαμόγελα, εκείνος που θα κοιτάξει λίγο παραπάνω τους ανθρώπους, συνήθως θα ανακαλύψει θυμό και αίσθημα της αδικίας, που σαν άλλες βενετσιάνικες μάσκες κρύβουν αλήθειες από καιρό σφραγισμένες. Κι αν με την αξίνα της σκέψης του σκαλίσει κι άλλο, τότε ένας κόσμος θα του φανερωθεί. Θ’ αντικρίσει ψυχές γεμάτες από ζωντανές πληγές που ξεβράζουν φρέσκο, ζεστό αίμα. Πληγές που άνοιξαν από τον τρόμο της μοναξιάς, την απογοήτευση και την θλίψη της απώλειας. Είναι φυσικά κι η ζήλεια, η απόρριψη κι οι ενοχές που επίσης τους βασανίζουν κι εμποδίζουν αυτές τις αιματοβαμμένες χαρακιές να κλείσουν και να ξεραθούν.
Όσο κι αν κρυβόμαστε πίσω από ξέφρενα Σαββατόβραδα, σικάτα ρούχα, καλοζωγραφισμένα μακιγιάζ και σεμινάρια βεβιασμένης ευτυχίας, όλοι πλέουμε μες στα σκοτάδια μας και δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι στο διάολο μας ξημερώνει το αύριο.
Όμως, με λίγο σκάψιμο παραπάνω, βλέπουμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι, εκείνοι που βρέθηκαν να περπατούν καταμεσής της άγριας Κόλασης, συνεχίζοντας στωικά την μοναχική τους διαδρομή και γλείφοντας τα πονεμένα τραύματά τους μπορούν να ξαναγνωριστούν με τον εαυτό τους και να τον αγαπήσουν. “We are all broken. That’s how the light gets in”, που λεν’ και στο χωριό μου.

Αυτό το ταξίδι είναι πιο συναρπαστικό σε σχέση με μία βόλτα στον κόσμο έξω από το μυαλό του συγγραφέα;

Όλα τα ταξίδια είναι συναρπαστικά αν σταματήσουμε να βιαζόμαστε. Αν κάνουμε μια παύση, αν σταματήσουμε να μιλάμε τόσο πολύ κι αρχίσουμε να παρατηρούμε τριγύρω μας περισσότερο.

Έχετε σχεδιάσει τα επόμενα βήματά σας στη λογοτεχνία;

Συνεχίζω και γράφω μερικές γραμμές την ημέρα. Στο πιο κοινωνικό δράμα. Όσο για άλλα γραψίματα, μένει να φύγει για αξιολόγηση ακόμα ένα crime fiction δράμα που έχω τελειώσει.

Pin It