Συνέντευξη με την φωτογράφο Ξένια Παπαδημητρίου

Με αφορμή την έκδοση της νουβέλας σας «ο Άνθρωπος σκύλος» από τις εκδόσεις Πηγή και την πολύ πρόσφατη παρουσίασή της στη Θεσσαλονίκη, πείτε μας δυο λόγια για σας και το βιβλίο.


Η νουβέλα κοινωνικού προβληματισμού «ο Άνθρωπος σκύλος», που αφορά έναν άστεγο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πηγή και θα τη βρείτε σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, καθώς και στο https://iwrite.gr/bookstore/anthrwpos-skylos/
Το ίδιο έργο έλαβε το Ά βραβείο και ένα εισιτήριο έκδοσης στον ετήσιο διαγωνισμό των εκδόσεων Μωραΐτη Ασημένια σελίδα ΙΙΙ, με τους οποίους αποφάσισα τελικά να μην συνεργαστώ. Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου έγινε στις 15 Νοεμβρίου στη γενέτειρά μου Θεσσαλονίκη, σε μια ζεστή ατμόσφαιρα μεταξύ οικείων προσώπων κι ήταν μια όμορφη εμπειρία, όπου έλαβα το χρίσμα μου σαν συγγραφέας. Γράφω πολλά χρόνια κι έχω στο ενεργητικό μου δημοσιεύσεις και βραβεία, αλλά μονάχα τώρα ένιωσα έτοιμη να σαλπάρω σαν πεζογράφος με σιγουριά και σταθερότητα. Δυστυχώς οι μέρες μας κατακλύζονται από το εφήμερο, το γρήγορο, το πληροφοριακό. Η λογοτεχνία όπως και το κρασί θέλουν χρόνο για να μεστώσουν. Θεωρώ τον άνθρωπο σκύλο ένα έργο ωριμότητας στην πορεία μου. Έχει χρέος κανείς να εκδίδει βιβλία που δεν θα τα μετανιώσει αργότερα.

Ως νέα συγγραφέας τι έχετε να πείτε για τη συγγραφή ως τέχνη; Τι σας ώθησε να εκδώσετε το συγκεκριμένο βιβλίο;


Το λογοτεχνικό γράψιμο γενικότερα προϋποθέτει ταλέντο. Η προσήλωση είναι πάντα ένα ισχυρό μέσο προς την επίτευξη στόχων, δυστυχώς ή ευτυχώς όμως, αν δεν υπάρχει ταλέντο, δεν μπορείς να γράψεις λογοτεχνία. Θεωρώ ότι η τεχνική σου βελτιώνεται με το χρόνο, όσο ζεις στο λογοτεχνικό σου κόσμο και προσπαθείς να φιλτράρεις τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από τον δικό σου. Το ύφος σου βελτιώνεται όχι μόνο όταν γεμίζεις σελίδες, αλλά όταν εμπλέκεσαι συναισθηματικά, όταν αφήνεσαι μέσα στον λογοτεχνικό σου κόσμο και στο άγνωστο της δημιουργίας χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Οι ήρωες ορθώνονται μπροστά σου κι όταν σε πάρουν από το χέρι και νιώθεις σαν να εξαφανίστηκες από το πεδίο τους, κι ότι είσαι εκεί παρά μόνο για να δακτυλογραφείς, τότε το κείμενο έχει πάρει υπόσταση, έχει τη δική του ψυχή, πορεύεται μόνο του και σε οδηγεί. Όταν τελείωσα να γράφω τη νουβέλα ένιωσα σαν κάτι να έχει αλλάξει μέσα μου, όπως οφείλει να λειτουργήσει η τέχνη. Όλη αυτή η αναζήτηση του ήρωα, οι επίμοχθες προσπάθειές του να κρατηθεί στη ζωή, η μετάβαση μου μαζί του στην απέναντι όχθη, με άλλαξαν και με ωρίμασαν κι έτσι θέλησα να εκδώσω το συγκεκριμένο βιβλίο για να το μοιραστώ με τους άλλους. Ένα καλό βιβλίο πιστεύω γενικότερα είναι εκείνο που σχετίζεται με τον αναγνώστη δίνοντάς του την αίσθηση μιας γλυκιάς και κρυφής συνενοχής.

 

 Είστε φωτογράφος. Ποια είναι η σχέση φωτογραφίας-συγγραφής και πως αλληλοεπιδρούν δημιουργικά μέσα σας;


Και οι δύο είναι τέχνες που αφηγούνται. Στη φωτογραφία η αφήγηση γίνεται με τρόπο οπτικό και στη συγγραφή με τρόπο λεκτικό. Αλληλοεπιδρούν θετικά, μπορούν όμως και να παρεμποδίσουν η μία την άλλη. Για παράδειγμα στη φωτογραφία μαθαίνεις να παρατηρείς, κάτι που ωφελεί πολύ τη συγγραφή. Απ’ την άλλη, όταν γράφεις, μαθαίνεις να ζεις σκεπτόμενος κι αυτή η εσωτερική αναζήτηση βοηθάει το πνεύμα σου να βρίσκεται σε εγρήγορση και κατ’ επέκταση να έχεις την ανάγκη ν’ αποζητάς εικόνες που ν’ αποτυπώνουν μια αφήγηση. Η φωτογραφία είναι μια τέχνη που λειτουργεί κυρίως αφαιρετικά, δηλαδή από τον κόσμο που βλέπεις ν’ αφαιρείς οπτικά ένα κομμάτι του. Η συγγραφή είναι μια τέχνη συνθετική (όπως οι εικαστικές τέχνες και η μουσική) αφού στη λευκή κόλλα συνθέτεις σιγά σιγά έναν ολόκληρο κόσμο που όμως ξετυλίγεται στη φαντασία, ενώ στη φωτογραφία ο κόσμος αυτός είναι υπαρκτός κι απλώς εμείς τον ερμηνεύουμε με το δικό μας τρόπο. Με δυσκολεύει μερικές φορές να γράψω καλά, όταν ήδη έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, γιατί νιώθω να μου κόβει λέξεις, σαν να θεωρώ ορισμένα πράγματα αυτονόητα στο γραπτό, ενώ ουσιαστικά δεν είναι. Στο θεατρικό κείμενο όμως επειδή υπάρχει μονόλογος/διάλογος, με βοηθάει να έχω ήδη στήσει την εικόνα και οι ήρωες να αναπτύσσονται μέσα σε αυτήν. Σε αυτή την περίπτωση η εικόνα λειτουργεί με τρόπο εικαστικό, σαν σκηνικό. Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι αρκετά με την αρχιτεκτονική φωτογραφία, η οποία με την αυστηρή συμμετρία των γραμμών της με ισορροπεί πολύ, καθώς βάζει σε μια τάξη το χάος του εσωστρεφούς μυαλού μου.

 

Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε τον «Άνθρωπο σκύλο»; Πώς γεννήθηκε ο λογοτεχνικός σας ήρωας, είναι αληθινό πρόσωπο ή μυθοπλασία;


Στον κάθε δημιουργό πιστεύω ότι η έμπνευση-ιδέα λειτουργεί διαφορετικά. Ακόμη και στον ίδιο δημιουργό λειτουργεί διαφορετικά κάθε φορά. Υπάρχουν ήρωες που ξεπηδούν από μέσα μας ολόχτιστοι, βιβλία που σου φανερώνονται επιτακτικά και άλλα που τα κυοφορείς ακόμα και για χρόνια. Άλλα που τα γράφεις σαν χείμαρρος κι άλλα που τα κεντάς αργά αργά ζώντας και ωριμάζοντας κι εσύ μαζί με τους ήρωες. Ο ήρωας της νουβέλας αυτής, ο άνθρωπος σκύλος, είναι φανταστικό πρόσωπο, ένας συνηθισμένος τριανταπεντάρης που στάθηκε σε ένα πρωινό ξύπνημα ολόρθος απέναντί μου και η σαφήνεια της υπόστασής του με κλόνισε τόσο που δεν είχα τίποτε άλλο να σκεφτώ, ν’ αλλάξω ή να πλάσω. Κι όπως συμβαίνει με τους ήρωες, δεν παύουν να σου μιλούν αν δεν τους περάσεις στο χαρτί, αλλά θα στο ζητάνε συνεχώς σαν πνεύματα που δεν τους άναψες το κερί που σου ζήτησαν. Χωρίς να έχω κάποιο προσωπικό βίωμα σχετικό με το θέμα, χάθηκα στο λογοτεχνικό μου σύμπαν τόσο βαθιά και για πρώτη φορά τόσο απόλυτα, που γυρνώντας κατάκοπη καθημερινά στη ζεστούλα μου ύστερα από ολόκληρη μέρα γραψίματος, δεν μπορούσα να επανασυνδεθώ εύκολα με τη φυσιολογική ζωή μου. Τα δεινά του ήρωα με είχαν στοιχειώσει, το κρύο, η πείνα, η συμφορά του, οι υπαρξιακές του αγωνίες. Είχα γίνει αυτός.

Πότε γράφτηκε η νουβέλα; Που τοποθετείται σε χώρο και χρόνο;


Το βιβλίο γράφτηκε το Νοέμβριο του 2014, μέσα στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, ο ίδιος ο ήρωας άλλωστε είναι προϊόν κρίσης και η ζωή του που ξετυλίγω στη νουβέλα είναι μια ολέθρια συνέπεια αυτής. Ένας δημιουργός είναι φτιαγμένος για να φιλτράρει τα ερεθίσματα της εποχής του και να συνθέσει έπειτα ένα καλλιτεχνικό έργο. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε κι αυτή η νουβέλα, ως ένα αποτύπωμα του κοινωνικού παλμού. Δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο, ούτε έχει ως θέμα του την κρίση. Όπως σε κάθε γνήσια νουβέλα ο ήρωας μπορεί έχει την εποχή του ως πολιτικοοικονομικό φόντο, είναι όμως ένα βιβλίο ψυχογραφικό, βαθύτατα υπαρξιακό, που θέτει φιλοσοφικά εσωτερικά ερωτήματα. Ξετυλίγεται μεν σε χαλεπούς καιρούς, αλλά πραγματεύεται θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν τον Άνθρωπο (με Α κεφαλαίο) και την κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Η απουσία χώρου και χρόνου θα μπορούσε να τοποθετήσει την ιστορία σε μια οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων που εξόρισαν ένα μέλος τους για τους δικούς τους κοινωνικούς λόγους. Στέκεται λοιπόν περισσότερο στη σχέση ανθρώπου-κοινωνίας και στην πτώση του, παρά στην οικονομική κρίση αυτή καθεαυτή.

Περιγράψτε μας την ατμόσφαιρά της νουβέλας και την πορεία του ήρωα μέσα στο βιβλίο.


Η ατμόσφαιρα της νουβέλας είναι μερικές φορές σκοτεινή και άλλοτε τα δεινά που περιζώνουν τον ήρωα δημιουργούν κλειστοφοβική αίσθηση. Παράδοξο να βρίσκεται έξω στο δρόμο και να νιώθει κλειστοφοβία. Καθώς όμως γιγαντώνονται τα συναισθήματα, οι φοβίες, οι συγκρούσεις, παίρνουν μεγάλες και δραματικές διαστάσεις αυτά που εσωτερικά νιώθει, κατακλύζοντας τα όλα. Ο ήρωας περιγράφει τη συμφορά του σαν ένα τέρας που τον κατατρώγει σιγά σιγά -θυμίζει τον μαύρο πίνακα του Γκόγια, ο Κρόνος καταβροχθίζει το γιό του. Η ζωή του σαν εικόνα μου θυμίζει ένα ντόμινο που δεν προλαβαίνεις να το σταματήσεις. Επίσης η υπαρξιακή αγωνία είναι έντονη στο κείμενο. Τι θ’ απογίνω, αλλά κι αν έχει αξία αυτό που είμαι. Χάνοντας την υπόσταση του σαν πολίτης/μέλος ενός συστήματος αρχίζει να έχει πιο βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις, αγωνιώδη ερωτηματικά, ψάχνει νέα ταυτότητα και διέξοδο. Να υπάρξει κάπου ξανά, να η μεγαλύτερη αγωνία του, έπειτα από την επιβίωση. Κι όταν το σύστημα όπου έζησε αρχίζει να ξεμακραίνει, αναζητά -όμοιος με νομάδα- ένα έδαφος, μια ομάδα, ένα στίγμα που να καθορίσει ξανά την ύπαρξή του. Δεν είναι θέμα ιδιοκτησίας, είναι θέμα ταυτότητας. Αλλά ο ήρωας είναι ένας κοινός άνθρωπος, που δεν έχει επενδύσει σε εσωτερική εξέλιξη, έχει μάθει μονάχα να αυτοπροσδιορίζεται με τον τρόπο που ο υλικός κόσμος του έδειξε μέχρι τώρα, δηλαδή με την αντιστοιχία τι έχω/ποιος είμαι. Η απουσία άλλων αστέγων από το δρόμο κι εκείνον να τους αναζητά διαρκώς εκτός από μια νουάρ αίσθηση, δίνει και την αγωνία για συνεύρεση με το είδος του, αφού λοιπόν απαντήσω στο τι είμαι, θέλω να υπάρξω με τους ομοίους μου γιατί είμαι φτιαγμένος να ζω σε κοινωνία με τους άλλους. Σε κάποιο σημείο άλλωστε λέει «σε έχω ανάγκη, αγέλη μου, για να ξέρω ποιός είμαι». Η αίσθηση της μοναξιάς είναι επιτηδευμένα διάχυτη και ορισμένες φορές εξαντλεί τα ψυχικά αποθέματα που κρατά για να παλέψει τα δεινά του. Σταδιακά καθώς ξεμακραίνει ο προηγούμενος κόσμος στον οποίον στην αρχή της πτώσης του θέλει να επιστρέψει, έπειτα σαν κάθε πλάσμα ξενιτεμένο, νιώθει πως δεν ανήκει πια σε κανέναν από τους δυο κόσμους. Η εμμονική αναζήτηση λοιπόν των άλλων αστέγων, έχει κι αυτή την ερμηνεία, ότι θέλει να ορίσει τον καινούριο κόσμο στον οποίο ανήκει πλέον, για να τον κατανοήσει. Ως νέος άνθρωπος, αλλά που καλείται πια να παλέψει κυριολεκτικά για την επιβίωση, αρχίζει να συναισθάνεται για πρώτη φορά τη φθαρτότητα της ανθρώπινης φύσης. Στην αρχή του βιβλίου μιλάει για το θάνατο της μητέρας του, αλλά φαίνεται πως δεν έχει εμβαθύνει στο υπαρξιακό κέντρο του θανάτου, παρά μόνον τώρα που τόσο βίαια ενηλικιώνεται στους δρόμους. Αναρωτιέται τι θ’ απογίνει, αν θ’ αντέξει άλλον χειμώνα, αν έχει νόημα ζωή του και γιατί αξίζει να συνεχίζει την προσπάθεια να ζήσει σε μια τέτοια κατάσταση. Η γλώσσα, τα γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο, η αγωνία για το κάθε τι μικρό -πως θα φάω, που θα κοιμηθώ, βρέχει, πεινάω, θέλω τσάι- όλα έχουν το σκοπό τους ώστε να δείχνουν τόσο τις εσωτερικές του συγκρούσεις, όσο και την αγωνιώδη κι ενστικτώδη προσπάθεια κάλυψης των πρωτευόντων αναγκών, κάτι που σε μας φαίνεται κάτι το τόσο οικείο και φυσιολογικό. Σημειώνω ότι σε αυτό το τελευταίο με επηρέασαν δυο συγκλονιστικά βιβλία, η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν και ο Πότης του Χανς Φάλαντα.


 Τι προσδοκάτε από την έκδοση της νουβέλας σας «ο Άνθρωπος σκύλος»;


Προσωπικά, αισθάνομαι το ίδιο μου το έργο σαν ορμητήριο κοινωνικής δράσης, με μοναδικό όπλο την πένα μου. Ελπίζω το βιβλίο να αγγίξει τους αναγνώστες από άποψη λογοτεχνικής γραφής -κάτι που κάθε συγγραφέας ονειρεύεται- αλλά και να πυροδοτήσει μέσα μας ξανά το αίσθημα ανθρωπιάς και ουσιαστικής αλληλεγγύης. Άστεγος μπορεί να μείνει ο καθένας/καθεμιά από εμάς και κανένα πλάσμα δεν είναι δεύτερης κατηγορίας, επειδή εκτροχιάστηκε από το άγημα του καταναλωτισμού, είτε επειδή παύει να είναι ενεργό μέλος της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, η οποία γαλουχήθηκε να ζει και να υπάρχει ξοδεύοντας. Έχω ακούσει να λένε πως τα ζώα πρέπει να τα περιθάλπουμε, ενώ τους ανθρώπους όχι, γιατί έχουν βούληση και την ευθύνη της ζωής τους. Είναι μια άποψη λογική, αλλά χωρίς ανθρωπιά. Ειπώθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου ότι ενώ υπάρχουν υπνωτήρια και κοινωνικές κουζίνες μοιάζει σαν να θέλουν ορισμένοι να εξακολουθούν να ζουν στο δρόμο. Δεν μπορώ να διαφωνήσω με αυτή την άποψη. Μερικές φορές όμως το να έχει συνηθίσει κάποιος την εξαθλίωση νομίζω πως είναι κατώτερο κι απ’ την ίδια την εξαθλίωση. Και σίγουρα δε σημαίνει πως παύω να νιώθω τρυφερότητα και λύπη για το πλάσμα εκείνο που, όποια ιστορία κι αν το έφερε εκεί, κοιμάται σήμερα παραιτημένο ανάμεσα στα χαρτόκουτα. Θα τον άγγιζα ποτέ όπως χαϊδεύω έναν αδέσποτο σκύλο; Ο τίτλος «ο Άνθρωπος σκύλος» έχει συμβολικό χαρακτήρα: είναι η μετάλλαξη του ανθρώπου σε ένα νέο είδος, εκείνο που προσπαθεί να επιβιώσει εκτός συστήματος. Αυτό που κράτησα από μια αναγνώστρια, μια κυρία πολύ καλλιεργημένη, ήταν όταν μου είπε ότι συνήθως στα βιβλία ο ήρωας επιδρά στο περιβάλλον του, στο δικό σου συμβαίνει το αντίθετο. Κάποιος άλλος είπε ότι το βιβλίο είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο σε λογοτεχνική απόδοση.

Σχεδιάζετε να γράψετε κάποιο άλλο βιβλίο, μυθιστόρημα ίσως; Με τι άλλα λογοτεχνικά είδη καταπιάνεστε;


Γράφω διηγήματα, θεατρικά κείμενα κι επιχειρώ κάποιες ιστορίες για παιδιά. Έχω σκηνοθετήσει τον βραβευμένο από την ΠΕΛ μονόλογο μου «Μαριονέτες» στα Χανιά, το 2016. Δυστυχώς μένω στην επαρχία και δεν έχω πολλούς συνεργάτες ν’ απευθυνθώ. Απ’ όσο διαβάζω, στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία ευδοκιμεί το διήγημα σαν λογοτεχνικό είδος, αλλά δυσπιστούν σε αυτό οι αναγνώστες μα και οι εκδότες, ειδικά οι δεύτεροι που δεν θέλουν ν’ ακούσουν ούτε για μεταφρασμένα ξένα διηγήματα θεωρώντας τα αντιεμπορικά. Η παράδοση του διηγήματος στην αγγλόφωνη λογοτεχνία είναι τεράστια, με εκπροσώπους διαφόρων λογοτεχνικών κινημάτων να διαπρέπουν σε αυτά, θεωρώντας τα κάποιες φορές καλύτερα κι από τα μυθιστορήματά τους. Μπορεί κανείς να απορρίψει τους θησαυρούς του Ρέιμοντ Κάρβερ επειδή ήταν διηγηματογράφος; Κι έπειτα, ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός χωρίς το εξαιρετικό «Μαγικό βαρέλι» του Μπέρναντ Μάλαμουντ. Απ’ όσο φαίνεται, είναι κακοποιητικό για τους συγγραφείς να πιέζονται να μπουν σε φόρμες που δεν τους ταιριάζουν, μόνο και μόνο για να μπορέσουν κάποτε να εκδώσουν.
Σχεδιάζω ένα νέο βιβλίο, ναι, που χρόνια τριγυρίζει μέσα στο κεφάλι μου και κρατώ συνέχεια σημειώσεις καινούριων ερεθισμάτων. Πρόκειται για ένα βιβλίο που πραγματεύεται την δυσκολότερη και πιο σύνθετη όλων των σχέσεων, την οικογενειακή. Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία στις σελίδες σας. https://www.facebook.com/anthroposkylos/

 

 

Pin It