Συνέντευξη της Λυδίας Σγουράκη και του Γιάννη Τριαντάκη για την παράσταση ΠΕΡΣΕΣ SHELTER

perses1-900«ΠΕΡΣΕΣ SHELTER», μιλήστε μας για το έργο και την παράσταση.

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Πρόκειται για μια παράσταση που κατά την δική μου γνώμη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ιδέα του και η σκηνοθεσία του Μιχάλη θεωρώ πως είναι απρόβλεπτή και δύσκολα δεν θα κινήσει το ενδιαφέρον, αφού συμβαίνουν πολλά και έντονα πράγματα παράλληλα σε μια συνθήκη που όλα είναι στην κόψη του ξυραφιού.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Η παράσταση είναι ένας εφιάλτης. Η έναρξη ενός πολέμου φέρνει τα κυβερνώντα στελέχη ενός κράτους, σε ένα καταφύγιο ώστε να σωθούν από την επικείμενη επιδρομή αλλά και για να συνεχίσουν στρατηγικά τον πόλεμο. Εκεί ξεκινάει ο εφιάλτης για εκείνους. Η αρχή του τέλους. Ο πόλεμος χάνεται. Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα και αμφιβολίες ενώ σταδιακά ο εγκλεισμός, ως νέος εχθρός, τους οδηγεί στις παραισθήσεις και στην διαστρέβλωση. Χάνονται τα όρια της λογικής και καταλήγουν στην απόλυτη διάλυση του εαυτού τους, όπως ακριβώς διαλύεται και το κράτος που διοικούν.

Στο δελτίο τύπου διαβάσαμε ότι πρόκειται για ένα πρωτότυπο παιχνίδι υποκριτικής. Τι ακριβώς σημαίνει αυτός;

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Υπάρχουν πολύ καθαρές φόρμες και στοιχεία στους χαρακτήρες που έχουμε φτιάξει με εξωτερική και ψυχολογική γραμμή. Για παράδειγμα εγώ που είμαι η Ιέρεια, δηλαδή το θρησκευτικό στοιχείο σ’ αυτόν τον κόσμο που έχουμε δημιουργήσει, έχω πάντα σε όλη τη διάρκεια του έργου χαρακτηριστικά ενός φοβικού ανθρώπου. Όλοι οι ρολόι έχουν αντίστοιχα τα δικά τους και πολλές φορές τα φέρουμε με υπερβολή αν οι περιστάσεις το ζητούν. Επιπλέον ο Μιχάλης σε αυτή τη διασκευή που έφτιαξαν με την Αλεξάνδρα επέλεξε να παίξει με το κείμενο και τα λόγια που κανονικά έλεγε ο χορός έχουν χωριστεί και έχουν γίνει ρολόι που έχουν μπει σε μια άλλη συνθήκη. Σκηνοθετικά ο Μιχάλης επέλεξε η πορεία του έργου να χωριστεί σε τρία μέρη τα οποία έχουν ξεχωριστό τρόπο εκφοράς του λογού.
GIANNHS-TRIANTAKHS-900ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Η παράσταση επιχειρεί ένα σύνθετο παιχνίδι υποκριτικής που απαιτεί χειρουργική ακρίβεια λόγου από τους ηθοποιούς της καθώς το κοινό θα παρακολουθεί μια δράση στην οποία θα ακούγεται το κείμενο του Αισχύλου ενώ θα υπονοείται ένα δεύτερο κείμενο, αυτό που θα βιώνουν οι χαρακτήρες τη στιγμή εκείνη. Αυτό επιτεύχθηκε με την ενδιαφέρουσα συνεργασία του σκηνοθέτη και της μεταφράστριας. Από την μια πλευρά η σύγχρονη σκηνοθεσία, του Μιχάλη Καλαμπόκη, όπου κατευθύνει τους ηθοποιούς να ερμηνεύουν το κείμενο υποκριτικά με έναν τρόπο που ξεφεύγει από τις ράγες των καθιερωμένων τεχνικών, ενώ από την άλλη πλευρά η μετάφραση, από την Αλεξάνδρα Βουτζουράκη, που με δεξιοτεχνικό τρόπο κατορθώνει να δομήσει ένα κείμενο που εξελίσσεται παράλληλα με τις δράσεις του έργου. Ένα κείμενο που ξεκινά από ποιητικό, συνεχίζει σε ρεαλιστικό και καταλήγει σε έναν συγκοπτόμενο λόγο. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων δημιουργούν μια καθηλωτική ατμόσφαιρα και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοίχημα.

Πώς ενσωματώνεται στην παράσταση ο λόγος του Αισχύλου με τον λόγο του Ίψεν, του Μπύχνερ και του Σνίτσλερ;

LYDIA-SGOYRAKH-900ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Η αλήθεια είναι πως και εγώ στην αρχή ξαφνιάστηκα και απόρησα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα μπορούσαν τόσα πολλά έργα να ακουμπήσουν μ αυτό τον τρόπο στο κείμενο των Περσών. Παρόλα αυτά η Αλεξάνδρα έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και ο κάθε χαρακτήρας έχει τον μονόλογο του από ένα άλλο έργο οι οποίοι κατά την γνώμη μου έχουν δέσει απολυτά με τους χαρακτήρες που τελικά έχουμε φτιάξει και με το κείμενο των Περσών. Σαν ηθοποιός αυτής της παράστασης βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι υποδύομαι μια Ιέρεια, της οποίας όμως ο μονόλογος της είναι ο μονόλογος μιας πόρνης από το έργο ‘’Ο θάνατος του Δαντόν” του Γκέοργκ Μπύχνερ. Ακούγεται ίσως αντιφατικό άλλα θα δείτε, όπως είδα και εγώ, ότι τελικά δεν είναι και τόσο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Τα κείμενα των τριών συγγραφέων συναντούν τον Αισχύλο με έναν κυριολεκτικά «παρεμβατικό» τρόπο, που θυμίζει την «παράβαση» των αρχαίων κωμωδιών. Η δράση, και κατ’ επέκταση ο λόγος του Αισχύλου, παγώνουν, οι ήρωες αφαιρούν τα «προσωπεία» τους και συνομιλούν σε πρώτο πρόσωπο με το κοινό χρησιμοποιώντας πια τον λόγο του Ίψεν, του Μπύχνερ και του Σνίτσλερ.

Είναι συγγραφείς που έχουν επηρεαστεί από τον Αισχύλο ή γενικά από την αρχαία τραγωδία;

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Νομίζω πως αυτό που πρέπει να δούμε είναι όχι τόσο αν επηρεάστηκαν οι μετέπειτα συγγραφείς, αλλά πως τελικά ένα κείμενο τόσο παλιό μπορεί άρτια και όμορφα χωρίς χαλάσει το έργο του Αισχύλου να δέσει.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Στην ουσία μιλάμε για τέσσερα διαφορετικά έργα. Παρ’ όλα αυτά τα νοήματα και οι προβληματικές των τεσσάρων κειμένων διασταυρώνονται και τελικά συναντώνται μέσα από την δική μας παράσταση με τέτοιο τρόπο που μοιάζει σα να γράφτηκαν από τον ίδιο άνθρωπο. Αυτό από μόνο του είναι μαγικό ανεξαρτήτως του αν επηρεάστηκε κάποιος από τον Αισχύλο και σε τι βαθμό. Σου αρκεί να βλέπεις συγγραφείς από άλλες εποχές και άλλα βιώματα να συνδιαλέγονται στην ίδια σκηνή σαν ένας.

Έχουν κρατηθεί οι χαρακτήρες από τους Πέρσες και εσείς ποιον ρόλο υποδύεστε;

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Οι χαρακτήρες αυτοί που γνωρίζουμε από το κείμενο έχουν κρατηθεί ναι με κάποιες αλλαγές, όπως για παράδειγμα η Βασίλισσα Άτοσσα έχει γίνει Βασιλιάς. Από κει και πέρα τα λόγια του χορού έχουν χωριστεί και έχουν γίνει ρολόι κανονικοί. Επί της ουσίας το κείμενο είναι το ίδιο απλώς έχει πειραχτεί κατά κάποιο τρόπο η δομή του. Δεν είναι οι Πέρσες όπως έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε, είναι ένα σύγχρονο έργο με έναν καινούριο εντελώς κόσμο με δική του θρησκεία και δική του κουλτούρα. Εγώ λοιπόν υποδύομαι την Ιέρεια των Περσών. Η Ιέρεια είναι ένα κορίτσι σε νεαρή ηλικία το οποίο πήραν απ’ τους γονείς της με σκοπό να εκπροσωπεί την θρησκεία στην κυβέρνηση αυτή. Δεν ξέρουμε αν είναι κάτι που της αρέσει και την ευχαριστεί και η ίδια γνωρίζει ότι είναι αναγκασμένη να το κάνει. Η Ιέρεια θυμίζει λίγο την Πυθία που γνωρίζουμε στον ελλαδικό χώρο όπως τέτοια στοιχεία συναντάμε και σε άλλες θρησκείες και λαούς.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Το έργο δεν είναι οι Πέρσες. Είναι ένα σύγχρονο έργο που αφορμάται από τον λόγο του Αισχύλου και την γενικότερη δομή του έργου του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δημιουργήθηκαν καινούργιοι χαρακτήρες όπως σύμβουλοι κυβερνώντων, αιχμάλωτοι, στρατιώτες και πολιτικοί αρχηγοί ενός σύγχρονου κράτους. Παρ’ όλα αυτά εγώ υποδύομαι έναν ρόλο που υπάρχει στο πρωτότυπο κείμενο, αυτόν του Ξέρξη, του γιού. Στην δική μας εκδοχή, ο Ξέρξης, είναι ένας παρορμητικός νεαρός που έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που του υπενθύμιζε συνεχώς πως είναι γενναίος, δυνατός και πως είναι βασιλιάς. Με αυτή την παιδαριώδη διάθεση, λοιπόν, ξεκινάει έναν πόλεμο απλά γιατί μπορεί να το κάνει, γιατί έτσι του έχουν μάθει. Στο τέλος, επιστρέφει στην πατρίδα του, ηττημένος και γυμνός από κάθε εξουσία αλλά σοφότερος και ωριμότερος. Φυσικά, με την επιστροφή του, έρχεται αντιμέτωπος με έναν κατεστραμμένο τόπο για τον οποίο είναι καθαρά υπεύθυνος.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται στο σήμερα και με ποιον τρόπο;

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Φυσικά η ιστορία επαναλαμβάνεται και φυσικά αυτό δεν το καταλαβαίνουμε μόνο μέσα απ’τους Πέρσες αλλά και μέσα από πολλά αλλά κείμενα θεατρικά και ιστορικά. Γύρω μας σε όλο τον κόσμο υπάρχουν πόλεμοι, είτε με όπλα και πυρηνικά είτε μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεις τα social media και τα fake news που πολλές φορές τρομοκρατούν και αποπροσανατολίζουν.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Κατά την γνώμη μου, η ιστορία κάνει κύκλους. Και αυτό το έργο σε συνδυασμό με τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, επιβεβαιώνουν αυτή μου την γνώμη. Η ιστορία της ήττας των Περσών είναι αληθινή. Ένα από τα μεγαλύτερα κράτη σε έκταση, σε δύναμη και σε πλούτο ηττήθηκε. Τι καλύτερο παράδειγμα προς αποφυγή μπορεί να βρει κανείς για να παραδειγματιστεί; Θεωρώ πως πρέπει να βρεθεί ο τρόπος ώστε τα λάθη του παρελθόντος να μας συνετίζουν και να μας αφυπνίζουν και όχι μόνο να αποστηθίζονται μαθησιακά ως κεφάλαια σε σχολική ιστορία

Τι κοινό έχουν οι Πέρσες του Αισχύλου με το σήμερα;

ΛΥΔΙΑ ΣΓΟΥΡΑΚΗ: Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το πότε και το πού γίνεται ένας πόλεμος. Όποτε κι αν γίνεται ο πόνος, ο τρόμος, η δυστυχία και τα λόγια είναι τα ίδια. Έτσι λοιπόν το κείμενο των Περσών που δείχνει την αγωνία εκείνων που έμειναν πίσω και τον τρόμο της επόμενης μέρας δεν μπορεί πάρα να είναι επίκαιρο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΗΣ: Την ματαιότητα του πολέμου. Νομίζω αυτός είναι ο πιο καθαρός και ουσιαστικός συσχετισμός που μπορεί να κάνει κανείς. Για μένα η λέξη «ματαιότητα» μπορεί και συμπυκνώνει μέσα της την ματιά μου για κάθε πόλεμο, είτε αυτός ο πόλεμος είναι ο περσικός είτε κάποιος άλλος που ανήκει στον 21ο αιώνα και συμβαίνει δίπλα μας.