Στο θεωρητικό μάθημα της Τεχνολογίας Υλικών, στον Τομέα Εφαρμοσμένων Τεχνών των ΕΠΑΛ, οι μαθητές-τριες διδάσκονται μία τεχνική κατασκευής μπρούντζινων αντικειμένων, η οποία χρησιμοποιείται από την εποχή του Χαλκού και ονομάζεται «η μέθοδος του χαμένου κεριού».

 

 

Πρόκειται για μία μέθοδο, η οποία αρχικά περιλαμβάνει την κατασκευή ενός καλουπιού από κεραμικό, στο σχήμα του αντικειμένου που θα χυτευθεί. Στο πήλινο καλούπι απλώνεται κερί, ανάλογα με το επιθυμητό πάχος των τοιχωμάτων του μεταλλικού αντικειμένου. Με τη διαδικασία αυτή δημιουργείται ένα κέρινο αντίγραφο του έργου.

Επάνω σε αυτό το εύπλαστο υλικό γίνονται οι απαραίτητες διορθώσεις ή προσθέτονται λεπτομέρειες που πρέπει να έχει το τελικό έργο. Στη συνέχεια, πάνω στο κερί προσαρμόζεται ένα δίκτυο κέρινων αγωγών μέσω των οποίων, αργότερα στο στάδιο της χύτευσης, θα τρέξει το ρευστό μέταλλο και θα καταλάβει τη θέση που αυτή τη στιγμή έχει το κερί.

Εξωτερικά, το έργο καλύπτεται με ένα στρώμα πηλού και τοποθετείται στον φούρνο, όπου το κερί (του έργου και των αγωγών) θα εξατμιστεί. Έτσι, δημιουργείται χώρος, στον οποίο χυτεύεται το μέταλλο. Το μέταλλο, μέσω του δικτύου των αγωγών καταλαμβάνει τον κενό χώρο, αυτόν δηλαδή που προηγουμένως κατείχε το κερί.

Αφού το μέταλλο στερεοποιηθεί και έρθει σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, η φόρμα ανοίγεται με σπάσιμο του καλουπιού και αποκαλύπτεται το μεταλλικό αντικείμενο. Έπειτα, αφαιρούνται τα πρόσθετα μέρη (π.χ. οι αγωγοί), λειαίνεται η επιφάνεια του έργου, για να αφαιρεθούν οι ατέλειες που προέκυψαν κατά την πορεία της χύτευσης, και επαναφέρεται η αίσθηση που είχε αρχικά το γλυπτό. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη διακόσμηση - παρέμβαση του γλύπτη.

Η παραπάνω μέθοδος παρουσιάζεται στην εξαιρετική ταινία «Χαλκός και Φωτιά», που δημιούργησε ο Γλύπτης - Αναπληρωτής Καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, Μάρκος Γεωργιλάκης, σε συνεργασία με την Εκπαιδευτική Τηλεόραση. Συγκεκριμένα, περιγράφεται η μεταφορά στον ορείχαλκο, ενός έργου που έχει πλαστεί στον πηλό το 1883 από τον Τηνιακό γλύπτη Λάζαρο Σώχο.

Στο τέλος του βίντεο, η αφήγηση ολοκληρώνεται με τη φράση «Η καλλιτεχνική χύτευση συνδυάζοντας την τεχνολογία με την τέχνη, μας προσφέρει θαυμάσια έργα που έχουν εγκιβωτισμένα μέσα τους τη φωτιά, τους ήχους των εργαλείων, την εμπειρία και τον μόχθο αιώνων, τους χτύπους του χρόνου».

Μέσα από αυτό το γεμάτο νόημα συμπέρασμα αναδεικνύεται ο υψίστης σημασίας συγκερασμός όχι μόνο της τέχνης με την τεχνική, αλλά και της θεωρίας με την πράξη σε ένα πλήθος επιστημονικών πεδίων, όπως Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, Ιστορία κ.ά. Η επιτυχής έκβαση της μεθόδου είναι αποτέλεσμα γνώσης και συνεργασίας, πρακτικής εξάσκησης και ακρίβειας.

Στο αντίκρισμα ενός έργου κατασκευασμένου με την παραπάνω τεχνική, ο θεατής δεν θα μπορούσε να διανοηθεί τη σοφία της διαδικασίας, μόνο η ονομασία της τού δίνει τη δυνατότητα να αναρωτηθεί. Η μέθοδος του χαμένου κεριού…

Προσωπικά, προκαλεί εντύπωση η ονομασία, η οποία εστιάζει σε κάτι που χάνεται και όχι σε εκείνο που δημιουργείται. Με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να τιμάται το υλικό, που εξαιτίας της πλαστικότητάς του, μπορεί να αποτυπώσει πιστά την έμπνευση του καλλιτέχνη και έπειτα εξατμίζεται, για να παραχωρήσει τη θέση του στο λιωμένο μέταλλο.

Ίσως είναι η μοναδική φορά που η λέξη χαμένος συνδέεται με ένα θετικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν τόσες πολλές φράσεις οι οποίες, μαζί με το ρήμα χάνω ή τη μετοχή χαμένος, σημαίνουν κάποια απώλεια κυριολεκτική ή μεταφορική. Και δηλώνουν είτε ένα αρνητικό ή μάταιο αποτέλεσμα μιας ενέργειας ή προσδοκίας, είτε μια δυσμενή εξέλιξη γεγονότων ή αισθήσεων.
Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από χαμένες ευκαιρίες, χαμένα όνειρα, χαμένες περιουσίες. Ο κόσμος χάνεται, οι άνθρωποι τα’ χουν χαμένα, χάνουν τον ύπνο τους, το μυαλό τους, την ισορροπία τους.

Οι μαθητές χάνουν μάθημα, οι κόποι πάνε χαμένοι, ο χρόνος χάνεται…
Αναμένουμε τον χρόνο να περάσει, αναβάλλοντας τους στόχους και τα όνειρα για όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Κι ενώ οι συνθήκες είναι πάντα ιδανικές για μάθηση και δημιουργία, τελικά επιβάλλονται εκείνες ώστε, όπως αναφέρει ο Γκυ Ντεμπόρ, «να χαθεί η δυνατότητα οι εκπαιδευόμενοι να αναγνωρίζουν διαμιάς τι είναι σημαντικό και τι είναι άνευ σημασίας, τι είναι ασύμβατο ή, αντίθετα, τι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι συμπληρωματικό, τι συνεπάγεται η άλφα συνέπεια και συνάμα τι απαγορεύει».

Ίσως πρέπει να αναλογιστούμε γιατί αφήνουμε τον χρόνο να περνά και έπειτα τον ορίζουμε ως χαμένο. Είναι καιρός να αντικαταστήσουμε την αρνητική νοηματοδότηση της ζωής που κυλά, με τη θετική σημασία της μεθόδου του χαμένου κεριού. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί, αν στη μαθησιακή διαδικασία αξιοποιηθεί η ολιστική εκπαίδευση, η οποία καλλιεργεί όλες τις διαστάσεις του ατόμου (ηθική, πνευματική, συναισθηματική, σωματική, ψυχολογική) και δεν ενεργεί ως μια μηχανή παραγωγής εργατών. Σε αυτό το ολιστικό μοντέλο απαιτείται η συνεργασία και αλληλεπίδραση των γνωστικών αντικειμένων, και η ανταπόκριση του εκπαιδευόμενου προς κάθε αντικείμενο ως απαραίτητο για την επίτευξη των στόχων του. Μέσω της συνδυαστικής απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, μαθαίνει κανείς πώς να μαθαίνει και πώς να χρησιμοποιεί δημιουργικά τον χρόνο που έχει στη διάθεσή του καθημερινά, ιδιαίτερα σε εποχές που έρχεται αντιμέτωπος με τη μοναξιά και τη ματαίωση.

Άλλωστε, χρόνος σημαίνει στιγμές που ζυμώνονται, με σκοπό την καταλυτική επίδρασή τους σε ένα δημιούργημα. Είναι το πέρασμα από τη μία σκέψη στην άλλη, από τη μία συνέπεια στην επόμενη. Είναι η απόρροια των πράξεων που οδηγούν στη μάθηση. Πρόκειται για μία μάθηση με τη μέθοδο του χαμένου χρόνου, δηλαδή η χύτευση γνώσης με συνεργάτη τον “εύπλαστο” χρόνο, ο οποίος δεν αποτελεί κάτι άυλο που χάνεται, αλλά ένα υλικό που εξατμίζεται, για να αφήσει πίσω του γερές-στέρεες βάσεις, δομημένες από καλλιτέχνες και επιστήμονες, και από εσένα που μαθαίνεις.

Πηγές:
EducationalTVGreece. Χαλκός και φωτιά [Video


Αργυροπούλου , Β., Μαλέα, Α., Παναγιάρης, Γ., & Στασινού, Α. (1999). Τεχνολογία Υλικών. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
Μισεά, Ζαν-Κλωντ. (2002). Η εκπαίδευση της αμάθειας. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Pin It