Ένα παιδί μεγαλώνει στην Αθήνα 1934-1944

Νίκος Βατόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο

 

Πώς ήταν άραγε να μεγαλώνει ένα παιδί στην Αθήνα την εποχή του Μεσοπολέμου και της γερμανικής κατοχής; Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος χρησιμοποιώντας ως πρωτόλειο υλικό τις γνώσεις του για την Αθήνα της εν λόγω περιόδου που έχει αποκομίσει από τη συγγραφή βιβλίων εποχής για την πρωτεύουσα και, κυρίως, το ημερολόγιο του πατέρα του, που κρατούσε ο ίδιος την εποχή εκείνη ως παιδί στο κατώφλι της εφηβείας.

«Ο πατέρας μου ως μυθιστορηματικό ήρωας» έτσι είδε τον πατέρα του ο συγγραφέας και, πράγματι, εμείς οι αναγνώστες διαπιστώνουμε ότι έκανε ακριβώς αυτό: τον τοποθέτησε ως μυθιστορηματικό ήρωα στον χώρο και στον χρόνο και μοιράστηκε μαζί με τους αναγνώστες του τις προσωπικές καταθέσεις του ημερολογίου του.

Για του λόγου το αληθές, «…τα εκατομμύρια παιδιά της Ευρώπης, απ’ άκρη σ’ άκρη, που μεγάλωσαν την περίοδο 1939-1945 φέρουν ένα κοινό τραύμα». Πώς βίωσαν, επομένως, όλες αυτές οι νεαρές υπάρξεις τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελέστηκαν τόσο στο παγκόσμιο όσο και στο τοπικό επίπεδο της κοινωνίας όπου ζούσαν; Πώς επηρέασαν την καθημερινότητά τους γεγονότα όπως το σταμάτημα του σχολείου, οι βομβαρδισμοί, ο διαρκής φόβος και η πείνα; Και σε ό,τι αφορά τη δεκαετία του ’30, πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα του Μεταξά και σε ποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής του Μεσοπολέμου έβαλε φρένο το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου;

Θα μας φανεί ίσως παράξενο, αλλά πρώτιστο μέλημα των ανθρώπων της εποχής ήταν, όπως συνέβη και σε εμάς, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, να συνεχίσουν τη ζωή τους κανονικά, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Δύσκολο φυσικά, όχι όμως ακατόρθωτο. Έτσι πολλοί γονείς επέλεξαν να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά τους προκειμένου αυτά να απασχολούνται τις άδειες ώρες τους και αυτά δεν σταμάτησαν να ξεχύνονται στους δρόμους ως «συμμορίες» για ατέλειωτο παιχνίδι.

Πού είναι σήμερα όλες αυτές οι παιδικές φωνές; Στους δρόμους της Αθήνας μόνο φωνές ξένοιαστων παιδιών δεν ακούγονται πια, δυστυχώς, στις μέρες μας:

«Η πύκνωση της ζωής, το αυτοκίνητο σε κάθε δρόμο και το πλήθος των δραστηριοτήτων και υποχρεώσεων με τα οποία έχουν φορτωθεί τα παιδιά έχουν όλα συμβάλει στο να αποσυρθεί η παιδική φωνή από τους δρόμους των αθηναϊκών συνοικιών.
Τα παιδιά, ακόμα και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 ήταν ελεύθερα. Είχαν μια αίσθηση ελευθερίας, είχαν κατά κανόνα χρόνο να διαθέσουν για παιχνίδι, για να χτίσουν φιλίες, να καλλιεργήσουν κοινωνικότητα και να νιώσουν ότι ανήκουν σε μια ομάδα, ένα σύνολο, έναν κόσμο. Η γειτονιά ήταν ένα σύμπαν
».

Το βιβλίο πάνω απ’ όλα μεταφέρει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Εγώ προσωπικά ένιωσα νοσταλγία διαβάζοντάς το, κι ας μην ζούσα τότε και αισθάνθηκα οικειότητα για αυτή την παλιά Αθήνα που δεν υπάρχει πια και έχουμε γνωρίσει ξώφαλτσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες. Υποθέτω, πάντως, πως αρκετοί αναγνώστες άνω των τριάντα πέντε θα αισθανθούν μία κάποια θλίψη καθώς θα βυθίζονται στις σελίδες του για αυτήν την εποχή της ξενοιασιάς και αθωότητας που παρήλθε πια ανεπιστρεπτί, τότε που δε κυριαρχούσαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα έξυπνα κινητά στις ζωές μας και δεν υπήρχε ο σημερινός καταιγισμός πληροφοριών. Τότε που όλα ήταν αγνά και υπήρχε ανάγκη διάσωσης των τεκταινόμενων από όλους μας. Και αυτό ακριβώς έκανε και ο πατέρας του Βατόπουλου: διέσωσε τις μνήμες της εποχής μέσα από το ντοκουμέντο –ημερολόγιό του και ο γιος του, χάρη στο βιβλίο του, καθιστά προσιτές τις μνήμες αυτές στο ευρύ κοινό.

Pin It