Η νύχτα με τις μάσκες, Halloween

σκηνοθεσία του John Carpenter (1978)

 

Στην αμερικανική κοινωνία στα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε μια μικρή πόλη όλα φαντάζουν φαινομενικά ήρεμα. Η κάθε μικροαστική οικογένεια απολαμβάνει την ηρεμία της καθημερινότητας και των ήσυχων οικογενειακών στιγμών, τον άνετο χώρο του σπιτιού, ένα καδράρισμα ξεγνοιασιάς και υλιστικού ευδαιμονισμού. Επιστέγασμα του αμερικανικού ονείρου η γιορτή του Halloween, με την διαφορά ότι το στοιχείο της μάσκας, πέρα από την ενυπάρχουσα μεταμφίεση, συμβολικά ενέχει και το στοιχείο της αποξένωσης ή το γκροτέσκο χαρακτηριστικό του τρόμου, κάτι που θα μπορούσε να συνδεθεί με τον ρόλο της μάσκας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, όπου οι ρίζες της είναι σκοτεινές συνδεδεμένες με τον διθύραμβο και με την εμπειρία του κάτω κόσμου, εκεί συνίσταται το διονυσιακό γνώρισμα.

Σε αυτή την ερμηνευτική βάση, εδραιώνεται ως διαβολικός σπόρος του κακού ο μπαμπούλας των παιδικών μας χρόνων στην αμερικανική εκδοχή του. Την νύχτα του το 1963 ο μικρός Μάικλ Μάιερς σκοτώνει την αδερφή του, η ιστορία είναι πλέον κλασική και ο τρόπος που την δίνει ο Κάρπεντερ παραπέμπει στις τραγωδίες του Ευριπίδη, καθώς πάντα υπάρχει ένας πρόλογος που μας μυεί στο κλίμα της ιστορίας. Την ίδια μεθοδολογία θα κρατήσει ο σκηνοθέτης και στην επόμενη ταινία του, την Ομίχλη. Ο συμβολισμός είναι ότι ενεδρεύει πάντα ένα κακό που προϋπάρχει, αρχετυπικό, έστω και αν φαντάζει ανενεργό, ελλοχεύει, ωστόσο πάντα μέσα μας, τριγύρω μας, παντού. Ως ένα αόρατο εκκρεμές μετεωρίζεται στους σκιοφωτισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης φτάνοντας μέχρι τα έγκατά της.

Μια βροχερή νύχτα του Οκτώβρη, παραμονές του Halloween, ο Μάικλ επιστρέφει στην γενέτειρά του, όχι μόνο για να σκορπίσει τον τρόμο, τον πανικό, τον θάνατο αλλά να καταστήσει, πρώτιστα, σαφές ότι τα όρια ανάμεσα στο αγγελικό και στο διαβολικό στον καθένα μας είναι πολύ λεπτά, ενίοτε και δυσδιάκριτα. Ο Κάρπεντερ είχε την οξυδέρκεια να αναπαραστήσει όχι ένα σίριαλ κίλερ στην κατοπινή εκδοχή του αλλά να ενορχηστρώσει τον ίδιο τον εναγώνιο τρόμο του ανθρώπου που επιλέγει να χαθεί στην καρυωτακική «άβυσσο του νου». Η πρώτη αυτή ταινία από την συναφή κινηματογραφική σειρά ταινιών τρόμου που ακολούθησε είναι εκείνη που ξεχωρίζει διότι είναι κατά βάση ψυχογραφική, με μια έντονα υποβλητική ατμόσφαιρα. Ο Μάγιερς παρακολουθεί τα θύματά του σε κάθε τους βήμα σαν να θέλει να κλέψει μια μέρα από την ζωή τους, γιατί εκείνος ουσιαστικά ποτέ δεν έζησε. Επέλεξε την σιωπή και το σκοτάδι γιατί μεταλλάχθηκε σε νευρόσπαστο του Σατανικού.

Εκείνο που δεν έχουμε προσέξει ιδιαίτερα είναι ότι ο Μάικλ εστιάζει στην μοναχική Λόρι Στρόοντ, που δεν είναι μια συνηθισμένη έφηβη. Είναι ιδιαίτερα εσωστρεφής, μοναχική, αγαπά την λογοτεχνία, δεν θέτει προβάδισμα να έχει αγόρι, όπως οι φίλες της, δεν κυνηγά τα πάρτι, αλλά περνά τον ελεύθερο χρόνο της κάνοντας babysitting. Εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό κλειδί και το βάθος της συγκεκριμένης ταινίας, στην συμβολική κατάδειξη της αμερικανικής κοινωνίας της εμπορευματοποίησης, της εκποίησης των ηθών, των μοναχικών ανθρώπων, της βίας και της εγκληματικότητας, της μαζοποίησης, της απόρριψης του διαφορετικού.

Στην ταινία, επιβιώνουν οι τρεις βασικοί χαρακτήρες που έχουν πολλά κοινά σημείο: η έφηβη Λόρι, ο Δρ. Λούμις, ο γιατρός του Μάικλ, που αναζητά τα ίχνη του παντού στην σθεναρή απόπειρά του να εξοντώσει το κακό και ο μασκοφόρος δολοφόνος. Οι τρεις τους είναι μοναχικοί, ζουν μόνιμα στο περιθώριο, με τον φόβο πάντα της ανατροπής τους, βρίσκονται ουσιαστικά στην αχρονία του κακού, εκτός ιστορίας, εκεί που οι μάσκες είναι παντοδύναμες, υποκαθιστώντας τα πραγματικά πρόσωπα των ανθρώπων. Στην σύγχρονη κοινωνία «των προσωπείων» και της αστικής υποκρισίας, οι άνθρωποι φοβούνται να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο, επιλέγοντας τότε ως μονόδρομο στο ψυχικό τους αδιέξοδο, αναπόφευκτα, «την νύχτα με τις μάσκες». Αριστουργηματική ταινία τρόμου.

Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός.

Pin It