Μαζί Ποτέ, Fatih Akin: Ένα ταξίδι αναζήτησης

Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό όν που γεννιέται
σε κάθε γωνιά της γης ελεύθερος
και καταλήγει δούλος”
Βίλχεμ Ράιχ

 

“Είσαι Τούρκος; Θα με παντρευτείς;”
Μια αξιαγάπητα ρομαντική πρόταση γάμου, στα πρώτα λεπτά του Μαζί Ποτέ (Head-on) του Fatih Akin. Η Σιμπέλ είναι μια Τουρκάλα στα 22 της περίπου χρόνια που ζει στη Γερμανία με τους γονείς της. Ο Τσάιτ έχει τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά και είναι τα μόνα που η Σιμπέλ χρειάζεται να ξέρει. Το μόνο που θέλει είναι κάποιος Τούρκος - “οποιοσδήποτε Τούρκος θα έκανε”- ώστε να τον “δεχτούν” οι δικοί της και να ξεφύγει από την έντονη κι βίαιη κυριαρχία των αρρένων της οικογένειας πάνω της, όπως ορίζει η θρησκεία. “Θέλω να ζήσω Τσαίτ! Να ζήσω, να χορέψω να γνωρίσω άντρες. Θα με παντρευτείς;’’

Γνωρίζονται σε ένα κέντρο ψυχικής υγείας, όπου βρέθηκαν έχοντας αποπειραθεί και οι δύο να αυτοκτονήσουν. Παρ’ όλα αυτά το σχέδιο είναι απλό. Κανενός είδους ερωτικής σχέσης απαιτείται, εκείνη θα καθαρίζει, θα μαγειρεύει και μετά από λίγο καιρό θα πάρουν διαζύγιο. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει εκείνος είναι απλά να πει “ναι!”. Στο πλαίσιο της πλήρους παραίτησης και έλλειψης κάθε ελπίδας που διακρίνει τον Τσάιτ, καθώς τίποτα δε φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία οπότε ο φόβος των επερχόμενων συνεπειών δεν υπάρχει, το σχέδιο της Σιμπέλ γίνεται αποδεκτό. Και η ιστορία ξεκινά.

Οι δύο πρωταγωνιστές έχουν αριστοτεχνικά σκιαγραφηθεί με ένα συνονθύλευμα πολλών παγκόσμιων κοινωνικών στερεοτύπων. Κυριαρχούμενοι με κάθε τρόπο. Από τη μία η Σιμπέλ καταδικασμένη σε μια ακατανόητη βιαιότητα με συνεχή σωματική και ψυχολογική κακοποίηση που δικαιολογείται απόλυτα από το αλάθητο της θρησκευτικής αυθεντίας. Από την άλλη ο Τσάιτ, συνειδητά νεκρός από καιρό, εθισμένος σε οποιαδήποτε εξωγενή ουσία θα μπορούσε να τον βοηθήσει να περάσει άλλη μία μέρα. Βρίσκονται για να διηγηθούν μαζί μια ιστορία... αναζήτησης. Στην πορεία και κάπως απρόσμενα, συναντούν και εκείνο το διάχυτο ρομαντισμό που ενέχει η οικειότητα σε συνδυασμό με την άκρατη ανθρώπινη ανάγκη για σωματική επαφή που δημιουργεί όλα εκείνα τα συναισθήματα μεταξύ δύο ανθρώπων που έχουν το χρόνο να μοιραστούν τη σιωπή.

Οι δύο αυτοί κινηματογραφικοί πόλοι θα μπορούσαν εύκολα να χρησιμοποιηθούν από τον σκηνοθέτη ως βασικοί πυλώνες επηρεασμού. Όσο ευκολότερα και πιο εντοπισμένα προωθείται η ταύτιση του πρωταγωνιστή με το θεατή, τόσο ευκολότερα γεμίζουν τα ταμεία και αδειάζουν τα αποθέματα κριτικής σκέψης και εμβάθυνσης. Θρησκευτικοί άτυποι νόμοι και κοινωνικοί κανόνες συνθέτουν και καθορίζουν πολύ περισσότερο την ανθρώπινη υπόσταση απ’ ότι η ίδια η ύπαρξη. Με συνέπεια να μοιάζει ευκολότερη η κρίση κοιτάζοντας μέσα από τα μάτια που μας φόρεσαν. Έτσι αρεσκόμαστε στην εικόνα ενός ανθρώπου ξεγυμνωμένου μπροστά μας. Μας αρέσουν οι ηθοποιοί που εντέχνως μιμούνται κάποιο πάθος ανθρώπινα μεν συνηθισμένο αλλά απόλυτα κατακριτέο από διάφορες μορφές εξουσίας, γιατί στην εικόνα τους δικάζουμε κάθε φορά τους εαυτούς μας. Άρα ζώντας τις ζωές μας απόλυτα κυριαρχούμενοι από παρανοϊκές πατροπαράδοτες νόρμες, αναζητούμε την ψυχαγωγία (άγει την ψυχή δηλαδή!) στη θέαση του ίδιου καταβεβλημένου εαυτού μας, αλλά στη μεγάλη οθόνη αυτή τη φορά! Σε κάθε περίπτωση ένας φαύλος κύκλος εκπαίδευσης που σπέρνει αυτό που θέλει να εισπράξει.

Αντί να ακολουθήσει αυτή τη συνηθισμένη πρακτική, ο Fatih Akin χρησιμοποιεί κάθε τρόπο για να πετύχει το αντίθετο. Η έντονη χρήση της τεχνικής της μπρεχτικής αποδραματοποιήσης αποκόπτει τη συναισθηματική σύνδεση του θεατή με μια ιδιαίτερα δραματική κατάσταση και μεταθέτει όλο το βάρος στα ίδια τα πρόσωπα. Ο ίδιος έχει δηλώσει πως οι ήρωες του αντί να δρουν ως απόλυτοι αντιπροσωπευτές της τουρκικής μειονότητας στη Γερμανία, λειτουργούν περισσότερο σαν ατομικές προσωπικότητες “on the search” (στο “ψάξιμο”). Πορεύονται διερευνητικά σε δρόμους που ονειρεύτηκαν να δημιουργήσουν, ανεξάρτητα των ξεκάθαρα ορισμένων τίτλων που “φέρουν”. Έπειτα λοιπόν από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης και την αναμενόμενη πυροδότηση της εν συναίσθησης, όσο πιο ανεπηρέαστος μένει ο θεατής μπροστά στο χείμμαρο συναισθημάτων που ορμά μπροστά του, τόσο διευρύνεται ο δρόμος για μια πιο διεισδυτική πνευματική λειτουργία.

Είναι όμορφο να σκεφτόμαστε ανεξάρτητα. Ό, τι συμβαίνει δε χρειάζεται να μοιάζει απαραίτητα με κάτι που έχουμε ήδη ζήσει ή μάθει. Ο Fatih Akin με αυτό το αριστούργημα κάνει μια σπουδαία προσπάθεια να το καταστήσει σαφές. Άλλωστε και ο τίτλος της ταινίας, στη γερμανική του εκδοχή Gegen die Wand (= Αgainst the Wall= ενάντια σε τοίχο), αναφέρεται ακριβώς σε αυτό. Φέρνει τους πρωταγωνιστές του σε θέση να μάχονται αδυσώπητα με συμπαγής τοίχους – η καθημερινότητα των περισσοτέρων μας- και μόνο αφού βρεθούν καταματωμένοι μπροστά τους, φαίνεται να ξεκινούν ξανά την αναζήτηση. Η ιστορία τελειώνει ακριβώς εκεί. Αμέτρητες ερωτήσεις, αλλά δε φαίνεται να δίνεται απάντηση, καμία κατευθυντήρια γραμμή, παρά μόνο ο Τσάιτ και η Σιμπέλ που φαίνεται να συνεχίζουν το ταξίδι τους. Σίγουρα πάντως η απόλυτη ταύτιση και μίμηση που οδηγεί στην αναπαραγωγή ανθρώπινων καλουπιών δε μοιάζει με πιθανή λύση. Αντί να ψάχνουμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση στην οποία ζούμε πιο ανεκτή και να βρούμε “ομοιοπαθούντες” απ΄ τη μία και αυθεντίες απ’ την άλλη, για να αισθανόμαστε λίγο καλύτερα σε ένα πλαίσιο ελευθεριότητας, θα μπορούσαμε ίσως να ψάχνουμε την ελευθερία της εξόδου κινδύνου. Ο Fatih Akin γίνεται μαζί με εμάς, τους θεατές, ένας απλός παρατηρητής που μεταφέρει έναν προβληματισμό. Έτσι επιτυγχάνει μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της έννοιας της πολιτιστικής ταυτότητας, που θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει ως μια μορφή αντίστασης στην παγκόσμια κατηγοριοποίηση, ως ένας παλλόμενος ζωντανός οργανισμός σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον κόσμο γύρω του.

 

Βουτσελά Αναστασία

Pin It